Ιστοριες ενός Μάγειρα

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ

By  | 

επιμέλεια κειμένων Λία Τσεκούραhttps://www.facebook.com/lia.tsecoura

Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, ο σκαφάτος μάγειρας!

Ένα καλοκαίρι δούλευα σε ένα νυκτερινό club. Το boss για να αναβαθμίσει το προφίλ του μαγαζιού έστησε στα γρήγορα κουζίνα στην παράγκα του και με έβαλε αρχηγό. Τότε έπαιζε στην αγορά το μεξικάνικο. Με έχρισε λοιπόν «Μεξικάνο Chef». Κάναμε μια γύρα στην τότε αγορά και φτιάξαμε μια κάρτα «prokat» με ό,τι μεξικάνικη κονσέρβα βρήκαμε. Έτοιμα burritos, έτοιμo oaxaca τυρί κρέμα, έτοιμη tortilla, έτοιμα Nachos, κονσέρβα τουρσί jalapeño.

Η Τέτα, που είχαμε στα εισιτήρια του «παράγκα club», ήρθε ένα βράδυ και μου είπε συνωμοτικά «είναι κάποιος έξω και πουλάει ένα ιστιοπλοϊκό, έλα να του το πάρεις». «Με τι λεφτά ρε Τέτα;» της απάντησα, ενώ έφτιαχνα ένα λαχταριστό κονσερβο-bourrito. «Με τα λεφτά που δεν έχεις» μου απάντησε και την ακολούθησα σαν… καιροσκόπος γλάρος.

Πράγματι, η Τέτα γνώριζε τι έλεγε. Ο τύπος έψαχνε να ξεφορτωθεί όπως-όπως τον «Κουρσάρο», έτσι είχε ονομάσει το σκάφος του. Την «παγίδα» γι΄αυτό την λένε «παγίδα», γιατί πέφτεις μέσα σαν την γίδα! «Η χαρά του πλοιοκτήτη είναι πάντα διπλή, μια όταν αγοράζει το σκάφος και μια όταν το πουλάει». Εγώ σε αυτό το moto έπαιζα το ρόλο του αγοραστή.

Ο Κουρσάρος ήταν ένα εγκαταλελειμμένο επτάμετρο sloop με 1,60 καρίνα, ιδιοκατασκευή με μια μυτερή παπαδιά στην πρύμνη του που κουνιόταν σαν τραμπάλα όποτε περνούσε ταχύπλοο κοντά του. Η θάλασσα, ψεύτρα και πλάνα, τύφλωσε το ονειροπόλο μάτι μου και δεν είδα ότι ήταν ρημαγμένα τα σπλάχνα του.

Έμπλεξα σε περιπέτεια αλλά δεν το έβαλα κάτω. Το παίδεψα και με παίδεψε. Το ξήλωσα και το ξανάδεσα. Δύο χρόνια δεν έβαλα δραχμή στην τσέπη μου. Είχα βρει την τρύπα στο νερό και τη γέμιζα. Δύο χρόνια με λάδια και στουπιά, σιλικόνες και μονωτικά, βίδες και grover, primers και χρώματα, κάποια στιγμή το έριξα στο νερό, τον…«γιο του ανέμου», ετσι το μετονόμασα.

Σε ένα καρνάγιο κοντά στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας έδεσα το σκαφάκι μέχρι να δω τι θα κάνω. Ένα βουβό μάμαλο έσερνε τα ρεμέτζα του λιμανιού κάθε φορά που περνούσε καράβι για τον ισθμό και με πίεζε χρονικά να πάρω τις αποφάσεις μου. Τα ρεπό στις κουζίνες που δούλευα ήταν δύσκολα, το καλοκαίρι για τον μάγειρα είναι εποχή για δουλειά όχι για βόλτες. Το φθινόπωρο έχει χαρά η θάλασσα, αλλά δεν είναι και καλοκαίρι και οι λογαριασμοί…πάντα ένα σκουλήκι στα όνειρά μου.

Μέρα με την μέρα στράγγιζε το όνειρό μου για πανιά και ταξίδια. Το ερώτημα ήταν απλό. Πώς το ήθελα το σκάφος τελικά; Το πλωτό σπίτι του μάγειρα; ή «έχω και κότερο πάμε μια βόλτα;».

Στην αρχή έκανα για ένα χρόνο τον κύριο πλοιοκτήτη! Μικρές εκδρομές κοντά στο λιμάνι, πολλά προβλήματα, μια η μηχανή, μια τα πανιά, μια η κουζίνα, μια η τουαλέτα. Και οι παρέες; Να κουράζονται εύκολα, να φέρνουν τεράστιες βαλίτσες με ρούχα και σκεπάσματα. Και εγώ, καπετάνιος σε πλοίο της γραμμής, ή σε κρουαζιέρα με φθηνό εισιτήριο· υπεύθυνος για τον καιρό, για τη στενότητα του σκάφους, για τον χρόνο που τους έκλεψα με τα φλύαρα όνειρά μου.

Δεν ήμουν για τέτοια ρεζιλίκια…

Περίμενα να τελειώσω με την κουζίνα που εργαζόμουν τότε, βγήκα στο ταμείο ανεργίας για να έχω καβάτζα λεφτά στο ξεκίνημα και έβγαλα απόπλου από το λιμεναρχείο Ισθμίων (Αγίων Θεοδώρων) για Σύρο.

Έφτασα στη Σύρο ακριβώς ένα χρόνο αργότερα από ό,τι έγραφε το ντοσιέ του σκάφους στον απόπλου από το λιμεναρχείο των Ισθμίων. Πρώτα μου τελείωσαν όλα τα λεφτά, οι καβάτζες και τα αγύριστα, και μετά είδα τον φάρο στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου. Γιατί είναι νόμος της ζωής, που τον έμαθα και εγώ στην πορεία μου για την Σύρο, «από την θάλασσα, όταν παίζεις, σε παίρνουν μόνο με απειλές και τιμωρία, δεν βγαίνεις ποτέ από μόνος σου».

Μύκονος, το νησί που σε μαθαίνει να μαγειρεύεις πιωμένος. Κάθε μαγειράκος έχει σε μια γωνιά του μυαλού του μια κουζίνα «σταθμό» στη ζωή του· είναι η κουζίνα που χαρακτηρίζει τα πιάτα του, το στιλ του και ενίοτε τις επαγγελματικές του αποφάσεις. Είναι η κουζίνα που πέρασε καλά, που, τρόπον τινά, επιβεβαιώθηκε, η κουζίνα που πέρασε ο καιρός χωρίς να το καταλάβει, χωρίς να τον κουράσει.

Η πρώτη κουζίνα που δούλεψα στην Μύκονο ήταν για μένα μια τέτοια κουζίνα «σταθμός» στην επαγγελματική διαδρομή μου.

Why I love Mykonos?

Στην Μύκονο έκανα τρεις καλοκαιρινές σεζόν. Η πρώτη, όπου πήγα σκαφάτος, ήταν αμέσως μετά τον κατάπλου της Σύρου. Η Μύκονος ήταν από τα νησιά που έλεγες «τέλος, μην μου μιλάς, δεν θέλω, τέλος! Δεν θα ξαναπάω στο νησί, έχω τελειώσει με το…» αλλά τελικά τσουπ, με ένα μαγικό τρόπο ερχόσουν πάλι, χωρίς γιατί και πώς. Βέβαια, για να με δικαιολογήσω, είναι αλήθεια ότι η Μύκονος ακόμα και σήμερα που η πολυκοσμία και οι Άραβες προσπαθούν να την κάνουν μονότονη και «ένα μόνο πράγμα», αντιστέκεται και διατηρεί αυτό που λέμε «πολυδιάστατο»!

Το Super Paradise π.χ. είναι γεμάτο gay, gay-party και τα «γιούχου» τους, ενώ δίπλα το Paradise, «techno beat» και «party animals» μέχρι το μεσημέρι. Πιο δίπλα η «Παράγκα», ρακέτα με ινδικά παρεό και free balls, άμμος στον βράχο και τουρίστες που έρχονται στην ίδια παραλία για σαράντα χρόνια plus, κάθε καλοκαίρι˙ δίπλα η «Αγ. Άννα», σοφιστικέ και με παραδοσιακό στιλ, πιο δίπλα ο «Πλατύς Γιαλός», οικογένειες με παιδάκια και τουρίστες απ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Και βόρεια ο «Πάνορμος» εντελώς αλλιώς, σαν να είσαι σε άλλο νησί.

Ταβέρνες με μενού που έχουν μύδια τζίντζερ, ριζότο μανιτάρια, millefeuille μελιτζάνας και όλα αυτά μπροστά σε μια παραλία χύμα στο κύμα. Βόρεια, πιο δίπλα, η «Μυρσίνη» και ο «Φωκός», πιο χύμα και με πολύ κύμα. Στα «Ανω Μερά», σουβλάκια, κοψίδια και πατατάκια από το περίπτερο και στην «Κάπαρη» δυτικά, βράχος, φύκια και ηλιοβασίλεμα με ορίζοντα τους χαμηλούς λόφους της Δήλου.

Μύκονος, το νησί των αντιθέσεων, πρωινές εξορμήσεις στις παραλίες και το βράδυ πίνουν ποτό, ο ένας δίπλα στον άλλον, στη χώρα, στον «Ματογιάννη». Όλες αυτές οι αντιθέσεις, το μπέρδεμα καλλίτερα, ακουμπάνε το ποτό τους στο ίδιο τραπεζάκι στο μπαράκι.

Η Μύκονος έχει περίπου 5 χιλιάδες Μυκονιάτες και 5 χιλιάδες Αλβανούς. Έχει επίσης Καρδιτσιώτες και Θρακιώτες, Περιστεριώτες, βόρειο-Πειραιώτες και Νικαιώτες, ρουχαλάδες από τον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, καπελάδες από το Άργος Καστοριάς και άλλους που δεν απογράφηκαν ποτέ και για κανέναν λόγο. Είναι ένα νησί που ανοικοδομείται μέρα με τη μέρα, έχει πανάκριβο συντελεστή δόμησης, βίλες που είναι σαν μικρά παλάτια, συγκροτήματα κατοικιών που αυτοί που ξέρουν από αρχιτεκτονική (!) λένε ότι αυτό είναι «Κυκλάδες».

Η Μύκονος έχει τη μεγαλύτερη τουριστική σεζόν στην Ελλάδα! Λίγο πριν το Πάσχα τα ξενοδοχεία του νησιού γεμίζουν από τα σχολεία με τις πενταήμερες. Οι μαθητές της Γ’ Λυκείου πλακώνονται στα κανατάκια στη «Μικρή Βενετία», γίνονται ντίρλα και ανοίγουν τη σεζόν του νησιού. Το Πάσχα στο νησί μαζεύονται όλα τα βόρεια προάστια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Συναντιούνται τυχαία στα σοκάκια στον «Ματογιάννη» και λένε ο ένας στον άλλο: «Δεν το πιστεύω, κι εσύ εδώ;».

Παράλληλα, τρέχουν και οι Άραβες. Τους Άραβες, που διοικούν το νησί τα τελευταία χρόνια, τους τρέχουν σαν παλαβοί οι σοφέρ τους με τα mini buses και κάνουν parties όλη την σεζόν και αστεία του τύπου μπουγελώματα με σαμπάνιες Cristal Brut.

Τον Αύγουστο, με το που θα κλείσουν τα εργοστάσια της Μαρμελάδας, του Τορτελίνη και της FIAT στην Ιταλία, το νησί, όπως και οι περισσότερες Κυκλάδες, κατακτάται από γυφτο-Ρωμάνους. Σκοτώνονται με τα μηχανάκια από τα ενοικιαζόμενα, ράβονται από τον αγροτικό γιατρό στο κέντρο υγείας, κλέβουν όπου βρουν μπουφάν και αναπτήρες και φωνάζουν μέχρι να μπουνε στο αεροπλάνο που θα τους γυρίσει πίσω στο χωριό τους.

Η Μύκονος έχει και μια άλλη πλευρά πολύ καλά κρυμμένη. Μια πλευρά που όσο πάει καταπλακώνεται από την αγωνία της εποχής μας. Τα βράχια της Μυκόνου έχουν μέσα τους ένα μέταλλο που αλλάζει στο φως του ήλιου όταν τα βλέπει, κάνοντας την αλήθεια να φέγγει σαν τον έρωτα. Μπορεί οι gay να διαφήμισαν την Μύκονο στον κόσμο όλο σαν το νησί που δεν έχει σεξουαλικό προσανατολισμό, όμως ένα είναι βέβαιο, ότι αυτοί που πραγματικά λάτρεψαν το νησί και τους βράχους του, δεν είχαν φοβίες απόρριψης.

Η Μυκονιάτικη αρχιτεκτονική και η Μυκονιάτικη φύση είναι αυτό που θεμελίωσε το αυθεντικό κυκλαδίτικο στιλ. Εκείνοι που ρωτούν τους Μυκονιάτες όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό «η Μύκονος είναι κοντά στην Ελλάδα;» έχουν τον νου τους στα clap του νησιού και όχι στους βράχους του. Μια αγαπημένη μου φίλη, που έρχεται χρόνια στη Μύκονο και έχει γνωρίσει το νησί από «την εποχή των βράχων», μου είπε βουρκωμένη, «μια μέρα Μιχάλης όλοι αυτοί οι βράχοι θα μιλήσουν και θα πουν «enough».

Τρεις σεζόν λοιπόν στο νησί (μια χρονιά μάλιστα έμεινα σχεδόν όλο το χειμώνα) και καμία δεν έμοιαζε με την προηγούμενη· η πρώτη όμως σεζόν είχε κάτι το μαγικό, ξεκίνησε πριν το Πάσχα και ολοκληρώθηκε τέλος Οκτωβρίου. Έφτασα στο νησί με το μικρό μου ιστιοπλοϊκό και με το ποδήλατό μου στρυμωγμένο στο σαλονάκι του σκάφους, απένταρος, μπάκουρος τριανταπεντάρης και ψωνισμένος ότι μπορώ να γίνω και συγγραφέας.

Αλλά ας πάρουμε το ταξίδι από την αρχή του…!

Ήμουν λοιπόν στη Σύρο· στη Σύρο, έμενα στο σκαφάκι μου, ήταν λίγο πριν το Πάσχα. Παζάρευα στην Άνω Χώρα της Ερμούπολης ένα ταβερνομπάρακι να του κάνω επινοικίαση αλλά κάτι δεν μου άρεσε. Κάτι έτρεχε στο νησί και μου κλώτσαγε η όλη φάση, κάτι δε μου άρεσε – ακόμη και ο Συριανός ο ταβερνομπαράκιας κάπως μου τα έλεγε, κάπως…

Είχα δέσει στο λιμάνι της Ερμούπολης που έμοιαζε πιο πολύ με το λιμάνι του Πειραιά. Τα ναυπηγεία Νεωρίου που ήταν δίπλα στις μπίτες που έδεσα μύριζαν σκουριά, το λιμάνι μύριζε πετρέλαιο και βοθρίλα, στην προβλήτα με τις καφετοπιτσαρίες κάνανε πιάτσα ταξί και φορτηγά, οι ανηφοριές της Σύρου για την Άνω Χώρα μου έβγαζαν τη σπλήνα για να τις ανέβω με το ποδήλατο· «δεν ήταν έτσι τα όνειρά μου», «δεν ήταν έτσι τα όνειρά μου», έλεγα και ξανάλεγα στους μπουλμέδες του σκάφους τα βράδια πριν κοιμηθώ.

Με πόνο και με δάκρυ, για να μην φάω τις μονάδες του κινητού μου τσάμπα, πήρα τηλέφωνο έναν παλιό φίλο και μάγειρα στην Μύκονο. «Γεια», του λέω, «Γεια» μου απαντάει. «Πώς είσαι; πώς είναι εκεί στο νησί»; ρώτησα, κι όλα αυτά που λένε τα μαγείρια όταν ανταμώνουν μετά από καιρό. «Έχω πάρει μαζί με έναν φίλο σερβιτόρο ένα μαγαζί εδώ στο νησί, αν θέλεις έλα για το Πάσχα που θέλω κόσμο και βλέπουμε», απαντάει ο φίλος. «Καλά θα δω», του είπα για να μην με καταλάβει ότι ήμουν στα πατώματα, «κάτι παζαρεύω εδώ στην Σύρο, αλλά κάτι δεν μου αρέσει και σκέπτομαι» συνεχίζω. «Στην Σύρο; άσχετα με το τι θα κάνεις με μένα, μη μπλέξεις με τη Σύρο, οι Συριανοί είναι καρμίρηδες και θα σε φάνε», μου είπε ο φίλος απ΄τα παλιά.

Έκλεισα το τηλέφωνο και έκανα βόλτα στον μόλο, με το πόδι, κάνοντας απολογισμό «τι έχω, τι αφήνω και τι θα χάσω αν την κάνω από τη Σύρο»! Το νησί είχε πολλούς καθολικούς και κάποτε μεγάλο συνδικάτο στο ναυπηγείο του Νεώριου. Δύο πράγματα που φοβόμουν πάντα ήταν τον χριστιανό που βλέπει τον Χριστό ως ιδεολογία και τον παλιό κομμουνιστή που έγινε αφεντικό. Έφτιαξα ένα σενάριο για τον Συριανό ταβερνομπαράκια και άλλαξα σκέψη με τη μία. Το πρωί που ξύπνησα, το τελευταίο πράγμα που σκεπτόμουν ήταν το ταβερνομπαράκι.

Tέλος α΄μέρους…έχω να ετοιμάσω τον απόπλου για τη νήσο των ανέμων….γιούχου….!

Μιχάλης Δαμιανός μάγειρας -ιδιοκτήτης εστιατορίουhttps://www.facebook.com/mdamianos

Απόφοιτη Ελληνογαλλικής Σχολής "Αγιος Ιωσήφ", Καθηγήτρια γαλλικών, πολύγλωσση και με διδακτική εμπειρία και εξιδείκευση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και δυσλεξία(ΕΚΠΑ), αρθρογράφος, πρόσκοπος, εθελόντρια.