Ιστοριες ενός Μάγειρα

Ο μετανάστης μάγειρας!

By  | 

A’ μέρος: Από τη Ρόδο στο Λονδίνο με τη Benta…

Το 1984 ήμουν δεκαεννιά χρόνων. Είχα αποφασίσει ότι θα γίνω μάγειρας, είχα δουλέψει σε μια-δυο ταβέρνες σεζόν και είχα μπει στην σχολή για ξενοδοχομάγειρας. Δεν είχα ακόμα πάει στρατό και ήμουν με αφάνα μαλλί κατσαρό και μουστάκι ταπεινό. Eίχα ένα λαχανί παπάκι φτιαγμένο «ενενηντάρι» που το οδηγούσα χωρίς κράνος· φορούσα μόνο μπλουτζίν με ξεθωριασμένα γόνατα και στα μπατζάκια (στο ύψος του αστραγάλου) έφεγγε η άσπρη, αθλητική κάλτσα.

Τα αγγλικά μου ήταν χάλια μαύρα, δεν τα έγραφα, μόνο τα μιλούσα (με πειραιώτικη προφορά)…Είχα μάθει την χαρά που κρύβεται μέσα στην μπουκάλα της βότκας και κάπνιζα, όποτε έβρισκα λεφτά για πακέτο, ή τρακάριζα κόκκινα Marlboro από όποιον, ή όποια μου έλεγε «καλημέρα». Κάπου είχα ακούσει (μάλλον σε ταινία στον κινηματογράφο) και έλεγα, με Λονδρέζικη προφορά, ότι είμαι «recreational smoker» (καπνιστής ψυχαγωγίας).

Αδύνατος, υπερκινητικός, κατέβαζα αμάσητο το πιτόγυρο με δύο χαψιές και ασυναίσθητα μιλούσα ενώ μασούσα…το γουρούνι!!!

Τα πρωινά έπινα φραπέ γλυκό με γάλα (εβαπορέ) – ήταν αυτό που λέμε «θερμιδική βόμβα». Στις εξετάσεις αίματος – που σπάνια έκανα – αγνοούσα την υψηλή – για την ηλικία μου – χοληστερίνη. Απέφευγα να τρώω αβγά, γάλα και μέλι, ωστόσο αργότερα έμαθα ότι αυτά τα τρία ήταν φτιαγμένα για τροφή! Υπήρχε ένα ανέκδοτο στα τέλη του ‘90 που νομίζω ότι αυτός που το επινόησε είχε στο μυαλό του εμένα. «Καλοκαίρι στην Σαντορίνη Greek καμάκι (Ελληνάρας) πάει πρωί σε καφετέρια και λέει στον σερβιτόρο:

– Θα ήθελα ένα breakfast.

– Έχουμε English breakfast, Continental breakfast, Αmerican breakfast.

– Θα ήθελα ένα Greek breakfast, τον ατακάρει ο Ελληνάρας.

Και ο σερβιτόρος του πηγαίνει ένα φραπέ και τέσσερα Marlboro».

Όταν μαγείρευα στα Λονδίνα…

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 η Ελλάδα, μάλλον για πρώτη φορά στην νεότερη ιστορία της, έκοψε τις εξαγωγές σε οικονομικούς μετανάστες. Η οικοδομική ανάπτυξη, που ανθούσε μέχρι τα τέλη του ’70, κράτησε την εργατιά της πατρίδας μας στα χώματά της. Το ΠΑΣΟΚ που κυβέρνησε από τις αρχές του ‘80 μπορεί να έφερε την πρώτη κάμψη στην οικιστική ανάπτυξη, συγχρόνως όμως άνοιξε τις πόρτες του δημοσίου για τη φτωχολογιά.

Έτσι, ο Έλληνας της γενιάς του ‘60 δεν χρειαζόταν να ξενιτευτεί. Οι πενηντάχρονες μανάδες που είχαν φτωχά παιδιά σε ευπαθή ηλικία έπαψαν να πλέκουν πουλόβερ για τα παιδιά της Ελλάδος, όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε. Με γενναιότητα μανικοτραβούσαν υπουργούς και συνδικαλιστές και τους γίνονταν στενός κορσές για να διορίσουν τα παιδιά τους στο Δημόσιο.

Μόνο κάτι ξεχρεωμένοι υπάλληλοι του τουριστικού τομέα έφευγαν για την ξενιτιά· δούλευαν καλοκαίρι σεζόν στα νησιά και τον χειμώνα έμπαιναν στο ταμείο ανεργίας. Συνήθως γνώριζαν τουρίστριες το καλοκαίρι και τον χειμώνα τους κατσικώνονταν στην πατρίδα τους. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να έκαναν και κανένα παιδάκι μαζί τους, οπότε τις παντρεύονταν και τελικά έμεναν για πάντα στην άπονη ξενιτιά.

Οι γονείς μου (που βασικά ήμουν τσακωμένος μαζί τους) δεν είχαν πρόσβαση σε κομματικά όργανα για να μπω στο δημόσιο, ενώ εγώ είχα στραφεί στα τουριστικά – οπότε ακολούθησα το ποτάμι του κλάδου μου.

Το καλοκαίρι του ‘84 έκανα την πρακτική μου στη Ρόδο και δούλευα σε ένα ξενοδοχείο στο Φαλιράκι. Επειδή ο μισθός της σχολής ήταν πενιχρός και τα όνειρά μου μεγάλα, έπιασα δεύτερη δουλειά τα βράδια σε ένα μπαράκι· έγινα σερβιτόρος-κράχτης, κάτι που έφερνε γρήγορο και ζεστό χρήμα στα χέρια μου.

Με τον ξενύχτη μπαράκια/αφεντικό έκανα συμφωνία με καλό νυχτοκάματο, εξάωρος, ανασφάλιστος και πληρωμή κάθε βράδυ. Παράλληλα, χωρίς να έχω ενημερώσει τον μπαράκια/αφεντικό μου, σούφρωνα όχι μόνο τα tips που μοιραζόμασταν με τον πρωινό σερβιτόρο, αλλά και κανένα δεύτερο ποτό· έπινα τσάμπα ό,τι μου έβαζε ο μπάρμαν του μαγαζιού, κερνούσα, για το καλό του μαγαζιού, ρεπατζίδες (από άλλα μπαράκια και ταβέρνες που έρχονταν στο μπαρ), έκανα τράκα τα Marlboro του μπαράκια/αφεντικού, έτρωγα μόνο πιτόγυρα πρωί βράδυ και έφτιαχνα κομπόδεμα.

Το μπαράκι, εκτός από το οικονομικό όφελος, ήταν σε καλό πέρασμα. Το καρτέρι του ήταν από τα καλύτερα στο νησί και κάθε βράδυ έκαναν παρέλαση ηλιοκαμένες Σκανδιναβές, Αγγλίδες, Αμερικάνες. Με την πρώτη τουφεκιά, κατέβασα μια Νορβηγίδα, δίμετρη κουκλάρα. Την έλεγαν Benta και ήταν από το Bergen.

Την υπερβόρεια Benta την είχε βαρέσει ο ήλιος και τα ποτά που την κερνούσα της έριχναν τις αναστολές. Σύντομα άρχισε να τα βλέπει όλα ωραία. Γελούσε που έτρωγα τόσο γρήγορα το σουβλάκι, της άρεσαν τα κατσαρά μου μαλλιά και το λαχανί παπάκι μου. Τα κεράσματα που έκανα στους συναδέλφους από άλλα μπαράκια όταν δούλευα τη νύχτα, τα αντάλλαζα με κεράσματα/πατσίσματα όταν είχα εγώ ρεπό, οπότε η Benta νόμιζε ότι τα πλήρωνα όλα από την τσέπη μου και μου κόλλησε το παρατσούκλι «Ωνάσης».

Στα ρεπό από το ξενοδοχείο που έκανα πρακτική, ζούσαμε τον έρωτά μας στο νησί του ήλιου! Τέλος, λίγο πριν φύγει μου ξεστόμισε στα αγγλικά το «I love you»! Εμένα μου άρεσε η Benta, (γιατί περιέργως καταλάβαινε τα αγγλικά που μιλούσα τότε) αλλά, πάνω από όλα, με κέρδισε ο χαρακτήρας της. Εκτός του ότι ήταν δίμετρη με τεράστια πόδια… με δεχόταν όπως ήμουν.

Ήρθε μια δυο φορές στο νησί ξελογιασμένη. Εγώ, κάθε φορά που ερχόταν, έτρωγα και το δικό της σουβλάκι για να γελάσουμε, για το χατίρι της! Ζούσαμε μια σχέση όλο έρωτα, αγάπη, θαυμασμό και ανιδιοτέλεια, μια σχέση όπως το κατοικίδιο με τον συνοδό του! Με τα τότε αγγλικά μου δεν ανοίγαμε και πολλές-πολλές κουβέντες.

Γενικά μαζί της ήμουν λιγομίλητος, λόγω γλώσσας. Με πήγαινε βόλτα (χωρίς λουρί) και δε μιλούσα, με γνώριζε στις φίλες της, στους γονείς της και δεν μιλούσα, έτρωγα τη μπριζόλα μου φρόνιμα, κολυμπούσα σαν δελφίνι. Μα πάνω από όλα η Βenta είχε κάτι εντελώς ξεχωριστό από τα άλλα, μέχρι τότε, κορίτσια μου, ήταν ερωτικά διαθέσιμη όποτε ήθελα, δηλαδή όλη την ώρα!

Τον Σεπτέμβριο όμως η Benta έφυγε τελειωτικά· άλλωστε, έπρεπε και να σπουδάσει, γιατί ήταν 19 ετών! Οι γονείς της την έστειλαν στην Αγγλία, στο Λονδίνο να μάθει Αγγλικά. Η Benta έμενε στο σπίτι μιας ξεπεσμένης Αγγλίδας, αλλά τα ενοίκια στο Λονδίνο, ήταν από τότε μαχαιριά. Η δίμετρη Νορβηγίδα, για να πληρώνει το ενοίκιο, αναγκάστηκε να δουλεύει, «au pair» στο σπίτι που έμενε, κάπου στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.

Τα καθημερινά τηλέφωνά μας έπεφταν σαν βροχή και ήταν πανάκριβα γιατί ξεκίναγαν από 0044. Με έτρωγε το μαράζι. Η Benta με ήθελε κοντά της. «Μα πώς; με τι λεφτά; I don’t have so much money» έλεγα από το περίπτερο της γειτονιάς μου, που είχε τηλέφωνο με μετρητή «Μην μου μιλάς για λεφτά, όταν σου καταθέτω την αγάπη μου, είσαι ο Ωνάσης μου», μου έλεγε από το Λονδίνο, βουρκωμένη.

Έλιωσα, σκίρτησα. Να σε θέλει μια τέτοια κουκλάρα και να μην κάνεις κάτι! Τι θα λες αύριο-μεθαύριο στα αγέννητα παιδιά σου! «Έπρεπε ρε πατέρα να πας» θα μου έλεγαν. Ένιωσα κι εγώ ότι έπρεπε να το κάνω για τα παιδιά μου! Με ό,τι λεφτά είχα βγάλει από μισθούς και σουφρώματα το καλοκαίρι στο νησί του ήλιου, αγόρασα εισιτήριο. Έφτασα στο Λονδίνο, άλλαξα 10-15 τρένα και πήγα και τη βρήκα στον σταθμό της Victoria. Ήταν εκεί και με περίμενε, πιο άσπρη, πιο ξένη αλλά η ίδια.

Μου έδωσε μια αγκαλιά, για να έχω να λέω στα παιδιά μου, και έφυγε βιαστικά γιατί είχε να πάει στην πισίνα με τις φίλες της. Στο σταθμό της Victoria βρήκα έναν κράχτη για youth hostels και μου βρήκε ένα hostel κοντά στο Knightsbridge. Κοιμόμουν με το διαβατήριο στο εσώρουχο και με το λουράκι της φωτογραφικής μηχανής περασμένο στον λαιμό. Ο τόπος ήταν γεμάτος πανκιά, μπλε μαλλιά παπαγαλί, τατουάζ σε κάθε μέρος του σώματος, αγγλικά ακαταλαβίστικα! Παιδί ήμουν και τρόμαξα.

Με την Benta ζούσαμε ένα έρωτα μέσα σε πλαίσια! Όποτε δεν είχε γυμναστήριο, πισίνα, μάθημα αγγλικών, ή ραντεβού με τις φίλες της βγαίναμε και περνάγαμε τέλεια. Μπαίναμε στο πρώτο μπαρ που βλέπαμε, πέφταμε στις μπύρες, γινόμασταν ντίρλα και μετά ζούσαμε τον έρωτά μας. Τα διαβολομαζέματα όμως γρήγορα τελείωσαν μιας και η καρμιροσκανδιναβή είχε μάθει από το νησί στα κεράσματα. Το ψωμί της ξενιτιάς άρχισε να γίνεται λίγο πικρό. Πήρα το μάθημά μου σβέλτα.

Αν ήθελα Λονδίνα και κορίτσι ερωτικά διαθέσιμο όλη την ώρα έπρεπε να βρω δουλειά! Το τσάμπα δεν υπήρχε στο σκανδιναβικό λεξικό, οπότε άρχισα να ψάχνω για δουλειά. Με τηλέφωνα γνωστών από Ελλάδα βρήκα πρόσβαση σε έναν Έλληνα στο Λονδίνο. Αυτός με γνώρισε με μια Κύπρια που είχε ένα ξενοδοχείο και με έναν άλλον Έλληνα – ρεμάλι τελειωμένο!

Το ρεμάλι φορούσε μια καμπαρτίνα μπεζ, fluffy, με φερμουάρ, κάπνισε «lucky strike» τσιγάρα, οδηγούσε ένα χιλιοτρακαρισμένο δεξιοτίμονο «Μorris Μarina» του ‘80 κι όταν γέμιζε τις ταχύτητες, ο στρόφαλος του Morris έκανε σαν γκαζοτενεκές. Για κάποιο λόγο, με προθυμία με γύρισε σε όλο το Λονδίνο. Σε δύο-τρεις μέρες με πήγε σε κάθε ελληνικό εστιατόριο που υπήρχε στο Λονδίνο, αλλά δεν με σύστησε πουθενά, σε κανέναν, σα να ήμουν το «boyfriend», λες και του είχε πει ο κοινός μας γνωστός, «κάν’τον μια βόλτα και φέρ’τον μου όπως σου τον έδωσα».

Ο ρεμάλης γνώριζε όποιον Έλληνα περπατούσε στο Λονδίνο, από τον παπά της Αγίας Σοφίας του Bayswater μέχρι τον ταβερνιάρη του «Demis Roussos». Τα χέρια του μύριζαν ζάρια, μού μιλούσε χωρίς να με κοιτάει στα μάτια, κοιτούσε όλο κάτι στον δρόμο, ενώ έκανε ψέματα ότι προσέχει στην οδήγηση! Παρκάριζε σε δρόμους που δεν έπρεπε, κανείς δεν του έλεγε τίποτα και έλεγε τέτοιες προστυχιές, σαν εκείνες που μου έλεγαν τα γερόντια στην Δραπετσώνα!

Είχα ανάγκη από δουλειά και τον ανέχτηκα. Άκουσα τις υποδείξεις του, τις εξυπνάδες του, τις ειρωνείες του. Τον κέρασα ινδικό street food στο Bayswater και του δήλωσα (σε άσχετο χρόνο) ότι είμαι ρέστος από μετρητά για να μην με δαγκώσει με λεφτά – γιατί τον είχα ικανό. Τον έχασα, όπως τον βρήκα, τυχαία. Το μόνο καλό που μου άφησε ο ρεμάλης ήταν ότι μου έμαθε λίγο το Λονδίνο και τα στέκια.

Η Κύπρια που μου γνώρισε ο φίλος, μού έκανε καλή τιμή και μετακόμισα σε ένα μικρό επιπλωμένο διαμέρισμα στο Lancaster Gate, ενώ βρήκα και δύο δουλειές. Η πρώτη ήταν στην κουζίνα μιας κυπριακής ταβέρνας, δύο μέρες σαν ρεπατζής μπουφέ/ψήστης, και η δεύτερη σε ένα αυστραλέζικο ξενοδοχείο (βρήκα έναν πατριώτη από την Νέα Σμύρνη που δούλευε διευθυντής) όπου έκανα τα πρωινά όταν ο πρωινός μάγειρας είχε ρεπό. Και οι δύο δουλειές ήταν η μια κοντά στην άλλη κι εγώ άρχισα να δουλεύω σαν το μαύρο το σκυλί…

Ο ρεπατζής είναι η καλύτερη δουλειά για τον οικονομικό μετανάστη˙ χωρίς πολλές ευθύνες βγάζεις γρήγορα μαύρα χρήματα και συγχρόνως, αν θέλεις, μπορείς να ψάχνεσαι για κάτι καλύτερο. Το δώρο του ρεπατζή είναι πως ό,τι στραβό και αν κάνει, τον καλύπτει εκείνος που έχει πάρει το ρεπό. Και αυτό διότι τα ρεπό σε κάθε εστιατόριο, σε όλο τον κόσμο, δεν σου τα δίνουν ποτέ. Τα παίρνεις με το τσιγκέλι! Έτσι, είθισται ο «ρεπάρων» να καλύπτει τον ρεπατζή του…

Όταν άκουσα για πρώτη φορά «part time job» άκουσα «extra time job» και με τα τότε αγγλικά που ήξερα, νόμισα ότι είναι κάτι σαν τετράωρος. Όμως για άλλη μια φορά, είχα καταλάβει λάθος. Όπως και στο ξενοδοχείο, κατάλαβα στην αρχή ότι θα ετοίμαζα μόνο τα πρωινά, όμως πριν από τα πρωινά έπρεπε να κάνω και ένα μαζεματάκι στη σάλα του μπαρ και ένα πέρασμα στους καθρέπτες της τουαλέτας. Τα δεκαεννιά μου όμως χρόνια δεν καταλάβαιναν τίποτα. Έκανα σαν τον «άσπρο σίφουνα» του Ajax τη σάλα και τις τουαλέτες και μετά…έμπαινα στην κουζίνα ως πρωινός sous – chef.

Ο μπάρμαν του ξενοδοχείου μου μάθαινε Αγγλικά κάθε φορά που μου έδινε παραγγελία για breakfast στην μπάρα. «Υou will be a great man if you make some grated cheese for me», μου έλεγε με αργά αγγλικά. Εγώ γελούσα και χαιρόμουν που μάθαινα ομόηχες και συνώνυμες λέξεις στην αγγλική και έτριβα το gouda cheese με χαρά.

Τα ίδια και στην κυπριακή ταβέρνα! Από ρεπατζής του μάγειρα και του σερβιτόρου, αυτό που αρχικά είχα καταλάβει, η αλήθεια ήταν ότι πήρα τα ρεπό του λατζομάγειρα και του βοηθού σερβιτόρου μαζί. Δηλαδή, μάζευα τα τραπέζια, σέρβιρα τα νερά και το ψωμί, έκανα την προετοιμασία του μάγειρα και της ψησταριάς, και – πού και πού – γύριζα και καμιά μπριζόλα να μην καεί.

Την ταβέρνα την είχε μια Κύπρια γιαγιά που βασικά την είχε δώσει στον γιο της να την τρέχει. Ο γιος όμως είχε ανοιχτεί με κάτι ρούχα στο Bayswater και διοικούσε από μακριά. Στην ταβέρνα βασικά έκανε κουμάντο η μαμά-Κύπρια. Υγειονομικά, αλλά και όσον αφορά τον εξοπλισμό, τους χώρους και τον έλεγχο, τα πράγματα ήταν πολύ πιο μπροστά από την Ελλάδα.

Στην ατμόσφαιρα όμως, γενικά, επικρατούσε κάτι spooky, ένα, psycho killer, qu’est-ce que c’est… Στην κουζίνα επικρατούσε ησυχία, ένας σιωπηλός ψυχαναγκασμός σκέπαζε ό,τι υπήρχε στο μαγειρειό και την ψησταριά. Δεν είχα εικόνα από πολλές κουζίνες και δέχτηκα ότι έτσι θα έπρεπε να είναι, αλλά και πάλι δεν μου καθόταν καλά. Κανένας δεν είχε περιέργεια για τον άλλον, σχεδόν ούτε καλημέρα. Με το ζόρι να σου δείξει κάτι ο μάγειρας, σπάνια να σου μιλήσει ο ψήστης, σα να τον απειλούσες για κάτι, σα να ένιωθε ότι είσαι αναλώσιμος, οπότε για ποιο λόγο να μάθει για σένα, ή να σου δείξει κάτι.

Ήμασταν δίπλα-δίπλα, ανάσα-ανάσα (γιατί τα έχουν αυτά οι στενοί χώροι της κουζίνας) και ένιωθες ότι ποτέ δεν σε έχει κοιτάξει στα μάτια. Μπορεί ωστόσο, να τον έβλεπες αργότερα, αυτόν για τον οποίον πριν από λίγο δεν υπήρχες, να χαχανίζει, να παίζει και να κάνει χαζουλίτσες με τον Άγγλο σερβιτόρο, και μαζί σου τίποτα. Ένα υφάκι που σου έλεγε «μη με ακουμπάς».

Εσύ για πάντα να είσαι ο «εισβολέας», το «παράσιτο», ο «ξενιστής». Η μαμα-Κύπρια μια από τα ίδια· είχε μια Γιουγκοσλάβα λαντζιέρα που την έβαζε (της επέβαλε) να της κάνει μασάζ στην ωμοπλάτη. Στην κουζίνα δεν την είδα ποτέ να κάνει «Βέγκικα» και στις μεγάλες (υποτίθεται) φούριες η κουζίνα πήγαινε σχεδόν χαλαρά.

Όσον αφορά το στόλισμα του πιάτου, έπρεπε να κάνουμε το presentation όπως το έλεγε ο μάγειρας και όλα είχαν τη θέση τους…δύο ελίτσες… τέσσερις καπαρίτσες. «Να το κάνεις όπως στο έδειξα, σημασία έχει να μην γίνει λάθος στα πιάτα, να μην γυρίσει πίσω πιάτο». «Και αν ο πελάτης είναι παλαβός;» ρώτησα με το θράσος που επιτρεπόταν για την ηλικία μου, «λαφαζανιές» μου απάντησε ο ψήστης, «οι παλαβοί είναι στο crazy hospital εδώ στο Λονδίνο», και πήρα την πρώτη κίτρινη κάρτα μου, μην σου πω ότι από εκείνη την ώρα έπαιζα πια με 10 παίχτες…

Τέλος α΄μέρους, to be continued…(σε άπταιστα αγγλικά επειδή είμαστε στο Λονδίνο…)

https://www.facebook.com/mdamianosΜιχάλης Δαμιανός

επιμέλεια κειμένων Λία Τσεκούραhttps://www.facebook.com/lia.tsecoura

Απόφοιτη Ελληνογαλλικής Σχολής "Αγιος Ιωσήφ", Καθηγήτρια γαλλικών, πολύγλωσση και με διδακτική εμπειρία και εξιδείκευση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και δυσλεξία(ΕΚΠΑ), αρθρογράφος, πρόσκοπος, εθελόντρια.