Άρθρα

Ο ανέφελος αστερισμός του Νάνου Βαλαωρίτη

By  | 

«Υποστηρίζω την εθνότητα, όχι την εθνικότητα της Ελλάδας»

Ορκισμένος εκφραστής του μεταπολεμικού μοντερνισμού, ο Νάνος
Βαλαωρίτης (1921) συναιρεί στο έργο του ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο,
αφήνοντας μονίμως ανοιχτές τις διόδους για τη μετακίνησή του από τη
μια περιοχή στην άλλη και δοκιμάζοντας κάθε τόσο καινούργιους και κατά
κανόνα ευφάνταστους συνδυασμούς. Οι συνδυασμοί, ωστόσο, και οι
πειραματισμοί του Βαλαωρίτη δεν απομακρύνονται ποτέ από τον κυρίαρχο
αστερισμό του, που δεν είναι άλλος από τον αστερισμό της
υπερρεαλιστικής ποίησης και ποιητικής, όπως διαμορφώνεται στην Ελλάδα
και στην Ευρώπη στις δεκαετίες του 1950 και 1960 (ας μην ξεχνάμε πως ο
Βαλαωρίτης έρχεται σε επαφή με τον αρχηγέτη του υπερρεαλισμού Andre
Breton όταν μεταξύ 1954 και 1960 σπουδάζει και ζει στο Παρίσι)…

Ο Νάνος Βαλαωρίτης αφηγείται τη ζωή του.

Γεννήθηκα το 1921 στη Λωζάνη, αλλά μεγάλωσα στην Αθήνα, στην Πατριάρχου Ιωακείμ, στο
Κολωνάκι, όπου εξακολουθώ να κατοικώ. Ταξίδεψα, βέβαια, πολύ κι έζησα
αρκετά χρόνια στο εξωτερικό, όμως στο τέλος πάντα εδώ γυρνούσα. Η
Αθήνα είναι πια η μοίρα μου και δεν έχω άλλη επιλογή από το να την
αγαπήσω με τα καλά και τα ανάποδά της. Ζει μια παρακμή η πόλη μας και
η ατμόσφαιρα στο κέντρο είναι αποπνικτική, απαισιόδοξη. Πόλη και
πολίτες χρειαζόμαστε επειγόντως ανάπλαση! Όμως η Αθήνα εξακολουθεί
να διαθέτει μια οικειότητα που σε κερδίζει. Συχνά στον δρόμο με
χαιρετούν άγνωστοι, έχει τύχει να με αναγνωρίσουν ταξιτζήδες ή λαϊκοί,
καθημερινοί άνθρωποι που δεν περίμενα να διαβάζουν την ποίησή μου –
κάτι συγκινητικό που δεν έχω συναντήσει αντίστοιχα σε άλλες
μεγαλουπόλεις όπου έζησα. Βεβαίως και συνεχίζω να γράφω ποίηση. Είναι
καταρχάς μια εσωτερική ανάγκη, που όμως διαμορφώνεται διαφορετικά
κατά εποχές. Το έναυσμα ήταν η ποίηση του Καβάφη που ανακάλυψα στα
14 χρόνια μου σε μια έκθεση βιβλίου. Σε αυτόν βρήκα έναν χαρακτήρα
υπαρξιακό που με αφορούσε πολύ ως έφηβο, αντίθετο με την
εθνικοϊστορική ποίηση του Κάλβου, του Σολωμού ή του Παλαμά.
Πρωτοδημοσίευσα στα «Νέα Γράμματα» το 1939, σε ηλικία 18 ετών.
Γρήγορα όμως ήρθε ο πόλεμος και η Κατοχή, που βρήκε το μισό μας σπίτι
επιταγμένο από Γερμανούς αξιωματικούς. Φανταστείτε ότι στο άλλο μισό
οργανώναμε κρυφά αντιστασιακές συγκεντρώσεις! Υπήρξε τότε πολλή
πείνα, πολλή δυστυχία, πολύς θάνατος. Δεν ξεχνιούνται αυτά άμα τα έχεις
ζήσει. Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίζουμε να πιέζουμε τους Γερμανούς να

ξεπληρώσουν πολεμικές αποζημιώσεις και κατοχικό δάνειο. Την ίδια
περίοδο, ωστόσο, γράφτηκαν μερικά από τα σημαντικότερα ελληνικά
ποιήματα: ο «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, η «Αμοργός» του Γκάτσου, ο
«Ήλιος ο Πρώτος» του Ελύτη, η «Ενδοχώρα» του Εμπειρίκου…
Μαζευόμασταν και τα διαβάζαμε, θυμάμαι, μεταξύ μας κάθε βδομάδα στο
σπίτι του Εμπειρίκου στα Πατήσια. Ιούνιο του ’44, βλέποντας τον Εμφύλιο
να έρχεται, αποφασίζω απογοητευμένος να φύγω. Μετά από ένα μακρύ,
περιπετειώδες ταξίδι στο Αιγαίο, το καΐκι πιάνει τουρκικά παράλια. Από κει
φτάνω στο Χαλέπι της Συρίας, σε ένα εγγλέζικο στρατόπεδο προσφύγων.
Καθ’ οδόν προς τον Λίβανο διαφεύγω από φρουρούμενο τρένο και με τη
βοήθεια μια Ελληνοεβραίας φίλης βγάζω διαβατήριο. Πηγαίνω στο Κάιρο
κι από κει στο Λονδίνο, όπου με τη στήριξη του Σεφέρη –τον οποίο
μεταφράζω στα αγγλικά το ’48– σπουδάζω Αγγλική Λογοτεχνία και
μεταφράζω Έλληνες ποιητές. Αρχικά είχα μεγάλο άγχος, όντας νέος και
μετανάστης, όμως με αποδέχτηκαν με θαυμασμό, όντας ο μόνος Έλληνας
ποιητής που δραπέτευσε από τη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα. Έμεινα εκεί
εννιά χρόνια, γνώρισα τον Τ.Σ. Έλιοτ, τον Ντύλαν Τόμας, τον Όντεν, έκανα
κι έναν πρώτο γάμο. Το ’54 φτάνω στο Παρίσι, που βρήκα πιο φιλικό, πιο
οικείο. Σπουδάζω μυκηναϊκή αρχαιολογία (είχε μόλις αποκωδικοποιηθεί η
Γραμμική Β’) και η Αμερικανίδα ζωγράφος Μαίρη Γουίλσον, μέλλουσα
γυναίκα μου, με εισάγει στον κύκλο των σουρεαλιστών και με συστήνει
στον γοητευτικό, πλην αυταρχικό Αντρέ Μπρετόν. Να πω, βέβαια, ότι
εφαρμοσμένο σουρεαλισμό έχουμε και στη σύγχρονη Ελλάδα! Συμβαίνει,
ξέρετε, συχνά σε μικρές χώρες, όπου κατοικούν προικισμένοι αλλά ολίγον χαοτικοί λαοί…

Από τη συλλογή ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΝΕΦΕΛΗ 1984

Ο ωκεανός μεταμορφωμένος γυναίκα
γλύφει το πόμολο της εξώπορτας.
Αγαπητό μου σάρκινο περίβλημα
τράβηξες πολλά κατά τα μέρη της Ανατολής
δένδρα κουρεμένα απ’ το φωτεινό ψαλίδι της αυγής
ένας κύριος με τσεμπέρι αλωνίζει στα χωράφια
σπέρνοντας ξερολιθιές στα δάχτυλα του ανέμου

το Ζώδιο φιδωτό πλοκάμι
στον ώμο του πεισματάρη δρόμου
φουσκώνουν τ’ αυτοκίνητα από βατράχια
το ξανακουρδισμένο πιάνο ηχεί
σαν οργανάκι ανάμεσα στους ουρανοξύστες
που ρίχνουν ανήσυχες ματιές στα τραίνα
τα στοιβαγμένα το δειλινό στο σταθμό
ερωτηματικά που συμβολίζουνε το σεβαστό φεγγάρι.

πηγή: https://imaginistes.wordpress.com

Απόφοιτη Ελληνογαλλικής Σχολής "Αγιος Ιωσήφ", Καθηγήτρια γαλλικών, πολύγλωσση και με διδακτική εμπειρία και εξιδείκευση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και δυσλεξία(ΕΚΠΑ), αρθρογράφος, πρόσκοπος, εθελόντρια.