ΒΙΒΛΙΟ

H Jacaranda ανθίζει πάντα την άνοιξη

By  | 


» Καθημερινές ιστορίες από τη Νότια Αφρική»

Εισαγωγικό σημείωμα από την ίδια και μια ιστορία από το βιβλίο της για να πάρετε μια γεύση.

Είμαι η Χριστίνα και έχω πολλά να σου διηγηθώ. Αποφάσισα να αλλάξω ζωή σε μια ηλικία που συνήθως ακολουθείς την «πεπατημένη», προτιμάς δηλαδή να παραμείνεις σ΄αυτά που ξέρεις. Επέλεξα όμως το ταξίδι, την εμπειρία και το άγνωστο. Έφυγα από την χώρα μου, άφησα πίσω τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου και εγκαταστάθηκα κάπου μακριά. Δοκίμασα το διαφορετικό. Και μου βγήκε.

Μου βγήκε η ζωή και μαζί της αυτό το βιβλίο που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου. Βάλε καφέ και κάτσε κάπου αναπαυτικά να σου διηγηθώ τις εμπειρίες μου από την τριετή παραμονή μου στη Νότια Αφρική.

     Αν σ’ ενδιαφέρουν οι ξένοι πολιτισμοί και η ζωή σε άλλες χώρες,

     αν ζεις ή έχεις ζήσει κι εσύ στο εξωτερικό – δεν έχει σημασία σε ποια χώρα,

     αν χαμογελάς με τα απλά γεγονότα της ζωής,

     αν συμφωνείς ότι τίποτα δεν είναι τόσο συναρπαστικό όσο η καθημερινότητα

     … τότε θα σε διασκεδάσει το ταξίδι μου με την ανθισμένη Jacaranda.

„Η Jacaranda Ανθίζει πάντα την Άνοιξη … δηλαδή τον Οκτώβριο» είναι ο τίτλος του βιβλίου μου με 47 σύντομες ιστορίες που δίνουν μια γεύση από την ζωή και τους κατοίκους της Νότιας Αφρικής και συμπληρώνουν ένα πάζλ της χώρας. Ένας άλλος κόσμος, μια κουλτούρα ξένη για τους Ευρωπαίους, αλλά συνάμα πολύ γοητευτική και ιδιαίτερη.

Ο πιο όμορφος και διασκεδαστικός τρόπος να μαθαίνεις για τον τόπο που ζεις είναι να μιλάς με τους ντόπιους. Μέσα από τις περιγραφές τους παρουσιάζεται η ιστορία και ερμηνεύονται οι συνήθειες και η ιδιοσυγκρασία των Νοτιοαφρικανών.

Έλα λοιπόν μαζί μου να ρίξουμε μια ματιά από την κλειδαρότρυπα και να βρούμε λίγη από την ομορφιά του κόσμου.

1. Πρώτη επαφή με locals

Στο Johannesburg φτάσαμε πριν από τρεις εβδομάδες. Μένουμε ακόμα σε ξενοδοχείο, ωστόσο οι προετοιμασίες για την εγκατάσταση στο νέο μας σπιτικό τρέχουν με πυρετώδεις ρυθμούς. Ένα πρωινό, ο καλός μου μού αφήνει το εταιρικό αμάξι για να τακτοποιήσω πιο γρήγορα και άνετα τα διάφορα ζητήματα σχετικά με τη μετακόμιση. Α, και με την ευκαιρία, φούλαρε και το ρεζερβουάρ, μου πετάει φεύγοντας, πριν κλείσει την πόρτα πίσω του. Και καθώς είναι ένα πρωινό όπως όλα τα άλλα, με τον ήλιο να λάμπει ψηλά στον ουρανό, τίποτα –μα τίποτα όμως– δεν προμηνύει πως πολύ σύντομα θα βρεθώ αντιμέτωπη με καταστάσεις απείρου κάλλους.

Το Johannesburg δεν ανήκει στις πόλεις που διακρίνονται για τον σαφή χωροταξικό τους σχεδιασμό και τα αίτια πρέπει ν’ αναζητηθούν στον τρόπο που δημιουργήθηκε. Οι άνθρωποι που ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ, πριν από περίπου 130 χρόνια, δεν επέλεξαν την περιοχή με γνώμονα κάποια φυσικά της χαρακτηριστικά –ένα ποτάμι, μια λίμνη, ένα απάνεμο λιμάνι όπως γίνεται συνήθως στα περισσότερα μέρη του κόσμου– αλλά με μοναδικό κριτήριο τον χρυσό, που ξεχείλιζε τότε από παντού. Η απουσία ιδιαίτερων μορφολογικών στοιχείων στο φυσικό τοπίο δυσκολεύει πολύ τον προσανατολισμό του ξένου στη σημερινή μεγαλούπολη και αποτελεί την αιτία που τρεις εβδομάδες μετά την άφιξή μας δεν μπορώ επ’ ουδενί να ισχυριστώ ότι έχω μάθει το Johannesburg έστω και στο ελάχιστο. Αυτό δεν μου έχει συμβεί πουθενά αλλού μέχρι τώρα. Σε κάθε άλλη μεγαλούπολη, συνήθιζα να κυκλοφορώ στους δρόμους πότε με ένα δημόσιο μέσο μεταφοράς, πότε πεζή με τον χάρτη της πόλης στο χέρι, και την τρίτη ημέρα το αργότερο ήξερα το κέντρο της τόσο καλά, που ο χάρτης πλέον μου ήταν περιττός. Στο Joburg*, όπως αποκαλούν τρυφερά οι κάτοικοι του Johannesburg την πόλη τους, η μέθοδος αυτή δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, αφού το κυριότερο πρόβλημα είναι η μεγάλη εγκληματικότητα. Εξαιτίας αυτού, δεν μπορείς να πας σχεδόν πουθενά με τα πόδια, κι όσο για το λεωφορείο ή το τρένο, είναι τα πρώτα μέσα που θα σε αποτρέψουν όλοι να πάρεις από τη στιγμή που θα πατήσεις το πόδι σου εδώ. Αν όμως τα πράγματα έχουν έτσι, πώς θα μπορέσω να γνωρίσω την πόλη στην οποία διάλεξα να ζήσω τα επόμενα τρία χρόνια;

Με εξαίρεση τη μία και μοναδική διαδρομή, αυτή δηλαδή που κάνω για να πάω από το ξενοδοχείο στη μελλοντική μας κατοικία, όλα τα υπόλοιπα σημεία στο Johannesburg μου είναι σχεδόν άγνωστα. Σήμερα λοιπόν θα πάρω το βάπτισμα του πυρός, αφού θα επιχειρήσω την πρώτη, την παρθενική μου διαδρομή με αυτοκίνητο στην πόλη και μάλιστα οδηγώντας αριστερά, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για μένα. Έτσι, δεν μου μένει τίποτα άλλο, παρά να εναποθέσω τις ελπίδες μου στο smartphone μου και στις αντίστοιχες εφαρμογές του χάρτη. Δυστυχώς για μένα, δεν έχω εφαρμογή του πλοηγού με τη φιλική φωνή, που όσο μπουμπούνας και να είσαι, θα σε καθοδηγήσει με ασφάλεια στον προορισμό σου, όποιος κι αν είναι αυτός. Κατά συνέπεια, είμαι αναγκασμένη να θέσω σε πλήρη εγρήγορση το σύνολο των συντονιστικών μου ικανοτήτων. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως το μεν δεξί μου μάτι είναι σταθερά προσηλωμένο στο οδόστρωμα, το δε αριστερό προσπαθεί να μη χάσει τη διαρκώς μετακινούμενη γαλάζια κουκίδα στην οθόνη που δηλώνει το σημείο όπου βρίσκομαι κάθε στιγμή. Και εκεί που λέω στον εαυτό μου, εντάξει τα καταφέρνουμε, αργά ή γρήγορα θα φτάσουμε στον προορισμό μας, βλέπω την αντλία βενζίνης. Αμάν! Το εικονίδιο ακριβώς πίσω από το τιμόνι αναβοσβήνει, μου δίνει σήμα δηλαδή πως αν θέλω το καλό μου, οφείλω να αναζητήσω άμεσα το επόμενο βενζινάδικο. Ευτυχώς λίγο πιο κάτω εμφανίζεται ένα μπροστά μου. Έτσι, στρίβω, σταματώ και ζητώ να μου γεμίσουν το ρεζερβουάρ χωρίς να χρειαστεί να κουνήσω ούτε το δαχτυλάκι μου. Μια απόλαυση που στη Γερμανία ποτέ δεν γεύτηκα, αφού οι αντλίες εκεί είναι self service.

Το πόσο απεχθάνομαι να βάζω βενζίνη στις αντλίες self service στη Γερμανία μόνο εγώ το ξέρω! Ασυναίσθητα έρχονται στον νου μου το λευκό παντελόνι και οι μπεζ καστόρινες μπότες, που δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά συμβαίνει να τις φοράω κάθε φορά που η μισητή αντλία βενζίνης στο ταμπλό αναβοσβήνει στα μούτρα μου, για να μου υπενθυμίσει πως, όχι κυρία μου, χωρίς καύσιμα δεν πάμε πουθενά και μάταια μου ντύθηκες και μου στολίστηκες έτσι. Βλέπω ξανά μπροστά μου να ζωντανεύει η σκηνή που, κακόκεφη και με φανερή απέχθεια, κρατάω με τις άκρες των δαχτύλων μου το βαρύ, λερωμένο από λάδια πιστόλι της αντλίας, ενώ με το άλλο χέρι προσπαθώ να ανοίξω το κατασκονισμένο καπάκι του ντεπόζιτου. Το εγχείρημα όμως αποδεικνύεται δύσκολο, αφού ως κλασική γυναίκα – ζητώ προκαταβολικά συγνώμη από τις φεμινίστριες αναγνώστριες– στέκομαι με φανερή αμηχανία μπροστά στον γρίφο κι αναρωτιέμαι αν πρέπει να το ξεβιδώσω δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή λύνεται τελικά κι αυτό το πρόβλημα. Τώρα, η μοναδική μου έγνοια είναι το λευκό παντελόνι και οι αλέκιαστες ακόμα μπότες μου. Γι’ αυτό, επικεντρώνομαι πλήρως στην προσπάθεια να αποφύγω πάση θυσία την επαφή με το λερωμένο λάστιχο.

Με τέτοιες τραυματικές εμπειρίες στην good old Germany,δεν μπορώ παρά να αποδώσω τα εύσημα στη Νότια Αφρική. Δεν προλαβαίνεις να σταματήσεις καλά καλά στο πρατήριο και αμέσως τα first world problems αυτού του είδους λύνονται με επαγγελματικό τρόπο. Ένας πρόθυμος νεαρός σπεύδει προς το μέρος σου –δεν χρειάζεται καν να βγεις από το αμάξι– και το μόνο που θέλει από σένα είναι να του πεις πόση βενζίνη να βάλει στο ρεζερβουάρ σου. Έτσι και τώρα. Πετάω ένα γενναιόδωρο fill it up please στον νεαρό υπάλληλο του βενζινάδικου, με την κρυφή ελπίδα ότι έχω μεταφράσει σωστά το «γέμισέ το», κάθομαι στο τζιπ με ύφος δέκα καρδιναλίων, αυτό που συνήθως έχουν οι οδηγοί τζιπ, και ξαναφέρνω στο μυαλό μου έναν έναν τους κανόνες ασφαλείας: Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να απομακρυνθώ ούτε στιγμή από το αυτοκίνητο, όσο το κλειδί είναι πάνω στο βρόμικο καπάκι, με το μπρελόκ να κουνιέται πέρα δώθε. Η δε τσάντα μου βρίσκεται εκεί που πρέπει να είναι σε ένα αμάξι στο Johannesburg, δηλαδή στον χώρο των αποσκευών. Αυτό σημαίνει όμως πως τελικά πρέπει να κατέβω από το αμάξι για να πάρω το πορτοφόλι μου από το πορτμπαγκάζ. Μετά από εξονυχιστικό ψάξιμο, διαπιστώνω με ολοένα αυξανόμενη ανησυχία πως δύο είναι τα πιθανά ενδεχόμενα: ή το πορτοφόλι έχει κάνει φτερά, ή βρίσκεται παρατημένο κάπου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ωστόσο, το ρεζερβουάρ έχει ήδη πάει μέχρι τη μέση κι αυτό για ένα τζιπ σημαίνει –αν θέλετε το πιστεύετε– το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 90 ευρώ. Ο νεαρός αντιλαμβάνεται αμέσως την αναστατωμένη ξένη που φωνάζει επανειλημμένα stop. Του εξηγώ πως δεν έχω μαζί μου ούτε μετρητά ούτε πιστωτική κάρτα διότι για κακή μου τύχη έχω ξεχάσει το πορτοφόλι μου στο ξενοδοχείο. Τη λέξη «πιθανόν» φροντίζω να την παραλείψω για ευνόητους λόγους. Εκείνος σηκώνει απλά τους ώμους του και με παραπέμπει στον προϊστάμενό του, ο οποίος είναι επίσης πολύ φιλικός και πρόθυμος. Δείχνει μάλιστα μεγάλη κατανόηση για την ταραχή μου, αλλά λυπάται που δεν μπορεί να μου λύσει το πρόβλημα. Γι’ αυτό φωνάζει τον big boss. Έναν λευκό. Τον μοναδικό λευκό που υπάρχει στο πρατήριο.

Καθώς πλησιάζει ο big boss, μπορώ να παρατηρήσω το πρόσωπό του με κάθε λεπτομέρεια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο Θεός δεν είχε και πολλά κέφια όταν τον έπλασε. Επιπλέον, φαίνεται να στερείται κάθε ίχνος χιούμορ και το βλοσυρό του βλέμμα διαπερνά την Ευρωπαία που είχε την ατυχία να ναυαγήσει στο βενζινάδικό του. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, έχω πέσει στην απόλυτη και παντοτινή δυσμένειά του. Ελάχιστα βοηθάει ότι τον χαιρετώ με πρόσχαρο ύφος, αφού το χρήμα, όπως όλοι ξέρουμε, δεν σηκώνει αστεία. Και στην προκειμένη περίπτωση, μια άγνωστη με περίεργη προφορά όχι μόνο του χρωστάει ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό, αλλά ομολογεί κι από πάνω πως δεν είναι σε θέση να το εξοφλήσει. Του προτείνω πάντως να πεταχτώ γρήγορα στο ξενοδοχείο για να του φέρω τα χρήματα και σε είκοσι λεπτά το πολύ θα είμαι πάλι πίσω. Ωστόσο, δεν μου δημιουργείται η εντύπωση ότι η φιλότιμη προσπάθειά μου βρίσκει την απαιτούμενη ανταπόκριση. Πραγματικά, ο λευκός κακομούτσουνος άνδρας δεν διστάζει να μου βάλει μια κατσάδα με τόσο απροκάλυπτη θρασύτητα που με αφήνει άναυδη. Μα τι νομίζεις τέλος πάντων, κυρία μου; Ξέρεις πόσοι μου το έχουν πει αυτό και μετά την έχουν κοπανήσει χωρίς να τους ξαναδώ ποτέ; Μάλιστα, πετάει και κάποιες φράσεις σε μια γλώσσα που μου είναι άγνωστη οπότε δεν καταλαβαίνω λέξη. Αργότερα βέβαια θα μάθω πως πρόκειται για τη γλώσσα Afrikaans**. Τουλάχιστον τρία ζευγάρια μάτια, που ανήκουν στους νεαρούς υπαλλήλους, είναι στραμμένα επάνω μου και περιμένουν με αγωνία την απάντησή μου. Εντάξει, δεν λέω, λογικό να μη με εμπιστεύεται, αλλά αναρωτιέμαι αν οι τοπικοί κανόνες εθιμοτυπίας επιτρέπουν μια κυρία «καθώς πρέπει» να θεωρείται ικανή να διαπράξει μια τέτοια απάτη – αλλά προτιμώ να κρατήσω αυτές τις σκέψεις για τον εαυτό μου και να μην απαντήσω.

Ο big boss μου προτείνει να αφήσω το smartphone μου εκεί ως ενέχυρο. Κάπως αμήχανη εξαιτίας του άγριου τόνου της φωνής του, τολμώ να του πω πως χωρίς το smartphone μου, και κυρίως χωρίς τα app maps,δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναβρώ το ξενοδοχείο, πόσο μάλλον το δρόμο της επιστροφής στο πρατήριο. Εκείνος από την άλλη δεν φαίνεται να συγκινείται ιδιαίτερα από το δράμα που ζω και αφήνει να του ξεφύγει μόνο ένα πφφφ, συνοδευόμενο από την πρόταση να ψάξω τότε για καμιά άλλη λύση. Θα μπορούσα λόγου χάρη να τηλεφωνήσω σε κάποιον γνωστό μου. Όσο τον ακούω, φαντάζομαι την τροπή που θα έπαιρνε η κατάσταση, αν είχα στα χέρια μου ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ για να το προσγειώσω στο «μπούρικο»*** κεφάλι του. Επειδή όμως πολύ γρήγορα θυμάμαι πως στο πορτμπαγκάζ μπορεί να βρίσκονται κάθε λογής αντικείμενα εκτός από το προαναφερθέν ρόπαλο, απορρίπτω αμέσως το σενάριο αυτό μαζί με την ακατανίκητη επιθυμία να αφήσω το αποτύπωμα της παλάμης μου στο αριστερό του μάγουλο. Αντ’ αυτού, του εξηγώ πως διαθέτω πλήθος φίλων και γνωστών, αλλά όχι στη συγκεκριμένη ήπειρο. Κάτω από το ανελέητο βλέμμα του, ψελλίζω διστακτικά πως έχω μετακομίσει μόλις πριν από λίγες εβδομάδες στο Johannesburg και δεν μου έχει δοθεί ακόμα η ευκαιρία να αναπτύξω κοινωνικές επαφές. Τη σκέψη ότι δεν έχω σκοπό να ξεκινήσω τέτοιες επαφές από αυτό ακριβώς το βενζινάδικο την κρατάω, εννοείται, για τον εαυτό μου – το ίδιο και την ύπαρξη ενός συζύγου. Το να τηλεφωνήσω στον άνδρα μου δεν έχει κανένα νόημα, αφού συνεχώς βρίσκεται σε κάποια meetings και μόνο όταν τελειώσει θα μπορέσει να έρθει να με πάρει. Δεν έχω όμως καμία πρόθεση να μείνω όλο αυτό το διάστημα εδώ.

Η συζήτηση κόβεται απότομα στο σημείο αυτό και δεν είμαι καθόλου βέβαιη πώς θα καταφέρω να ξεμπερδέψω. Ο φωνακλάς big boss μου σέρνει εν τω μεταξύ και έναν εξάψαλμο στα Afrikaans, που αδυνατώ μεν να καταλάβω, το νόημά του όμως μπορώ μια χαρά να φανταστώ. Μέσα στην απελπισία μου το βλέμμα μου πέφτει στον συμπαθητικό νεαρό που κατάφερε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να γεμίσει το ντεπόζιτο με βενζίνη αξίας 90 ευρώ. Πώς θα σου φαινόταν η ιδέα… να πάρω τον αξιαγάπητο νεαρό μαζί μου μέχρι το ξενοδοχείο… σαν εγγύηση ότι θα επιστρέψω; προτείνω στον big boss. Ε, αυτό ήταν!

Πριν καλά καλά το πάρω είδηση, ο νεαρός έχει καθίσει ήδη πανευτυχής στο εταιρικό τζιπ, πλημμυρίζοντάς το με τη διαπεραστική μυρωδιά της βενζίνης. Καταγοητευμένος από το ταμπλό και τα δερμάτινα καθίσματα, με διαβεβαιώνει με πάθος: It has always been my dream to drive a car like this. Δεν θέλω να το πιστέψω, αλλά έχω την αίσθηση ότι μου ρίχνει συνωμοτικές, εμφανώς πονηρές ματιές που με κάνουν να αισθάνομαι αρκετά άβολα. Σταδιακά βέβαια συνειδητοποιώ ότι έχω βάλει στο αμάξι μου έναν παντελώς άγνωστο άνδρα. Κι αυτό πού; Στο Johannesburg, μια πόλη εξ ορισμού επικίνδυνη. Δεν μας είχαν προειδοποιήσει στο σεμινάριο για την υψηλή εγκληματικότητα αυτής της πόλης; Δεν οφείλουμε να είμαστε διαρκώς aware σε τούτη την πόλη, η οποία ήδη μας δυσκολεύει επειδή δεν μπορούμε να προσανατολιστούμε; Δεν πρέπει να αφήσει κανείς πίσω την ευρωπαϊκή επιπολαιότητα και να αλλάξει τρόπο σκέψης το ταχύτερο δυνατό; Μετανιώνω την ώρα και τη στιγμή που σηκώθηκα από το κρεβάτι μου σήμερα! Τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί αν έμενα στο ξενοδοχείο και περνούσα όμορφα την ημέρα μου. Τι νόημα όμως έχει να τα σκέφτομαι τώρα; Τραβάω λοιπόν γραμμή για το ξενοδοχείο και μάλιστα μετά συνοδηγού, στον οποίο παρεμπιπτόντως δεν διακρίνω ίχνος αμηχανίας – ούτε όμως κι αυτός δίνει την παραμικρή σημασία στη δική μου. Αντιθέτως, συνεχίζει ζωηρά κι ορεξάτα να φλυαρεί ακατάπαυστα.

Δείχνει να θέλει πολύ τη συζήτηση μαζί μου και δεν αργεί να ξεκινήσει με τις συνηθισμένες ερωτήσεις, όπως where are you from, since when do you live in Joburg… Αρχίζω λοιπόν κι εγώ να απαντώ στα πότε, πώς και από πού και να του λέω ότι σε λίγες εβδομάδες θα ξαναπάμε στην Ευρώπη, για να περάσουμε τις γιορτές των Χριστουγέννων με τα συγγενικά μας πρόσωπα. Μένει αληθινά κατάπληκτος με το γεγονός πως και οι Ευρωπαίοι γιορτάζουν Χριστούγεννα. Christmas in Europe? με ρωτάει. Προφανώς μέχρι τώρα πίστευε πως η γέννηση του Χριστού ήταν μια αφρικανική επινόηση. Προσπαθώντας να τιμήσω την ιδιότητά μου ως εκπαιδευτικού, περιγράφω παραστατικά και διεξοδικά πώς, πού και πότε απέκτησε η χριστιανική θρησκεία τους πρώτους πιστούς, ενώ δεν παραλείπω να εξηγήσω ότι στη Νότια Αφρική άρχισε να εξαπλώνεται αργότερα, και μάλιστα πολύ αργότερα. Με κοιτάζει με επίμονο και δύσπιστο βλέμμα.

Rrrrrreally? Μα πώς τονίζει έτσι το «ρ» στην αρχή της λέξης, βρε παιδί μου! And how do you celebrate Christmas in Europe? θέλει να μάθει, με μπόλικα έντονα «ρ»και πάλι. Η δίψα του για μάθηση με ενθαρρύνει να του περιγράψω τα χριστουγεννιάτικα παζάρια, τις στολισμένες βιτρίνες, τον ξύλινο καρυοθραύστη, το Glühwein, το ζεστό κρασί δηλαδή που είναι απολαυστικό μόνο όταν κάνει πολύ κρύο. Tου μιλώ για τις χαμηλές θερμοκρασίες και για το χιόνι που όλοι το περιμένουν πώς και πώς, κι όταν επιτέλους έρχεται, ξεχνάει να φύγει. Στο άκουσμα των πολικών θερμοκρασιών γουρλώνει τα μάτια του σε τέτοιο βαθμό που σου δίνουν την εντύπωση πως είναι ακόμα πιο στρογγυλά από πριν. Snow and cold at Christmas? Noooooo! Αυτή τη φορά έχουν την τιμητική τους τα ατελείωτα «ο». Γιατί να μην έχει κρύο και χιόνια; ρωτάω κι εγώ με τη σειρά μου. Η ιδέα του Αϊ-Βασίλη μέσα στα χιόνια τον κάνει να ξεσπάει σε ασταμάτητα γέλια. Φαντασιώνεται αυτή τη λευκή, διάφανη σαν κρύσταλλο, χιονοσκέπαστη εικόνα χτυπώντας συνέχεια με το χέρι του τον δεξιό του μηρό, αλλά με τέτοια φόρα, που φτάνει σαν κύμα πάνω μου και νιώθω τον δικό μου μηρό σχεδόν να πονάει.

Ποτέ πριν δεν είχε περάσει από το μυαλό μου πως θα φαινόταν τόσο αδιανόητο σε έναν άνθρωπο το γεγονός ότι σε κάποιες γωνιές του πλανήτη τα Χριστούγεννα ενδέχεται να κάνει κρύο και παγωνιά. Αναρωτιέμαι αν έχει ακούσει ποτέ για τη Λαπωνία, αλλά μάλλον είναι περιττή η ερώτηση αφού κάλλιστα μπορώ να φανταστώ και μόνη μου την απάντηση. Και επειδή γηράσκω αεί διδασκομένη, πληροφορούμαι πως τα ιδανικά Χριστούγεννα στη Νότια Αφρική είναι συνυφασμένα πάντοτε με την εικόνα κάποιου που κάθεται στην παραλία ελαφρά ντυμένος και λιάζεται, με το θερμόμετρο να δείχνει πάνω από 25 βαθμούς. Πρόσφατα, μου διηγείται ο νέος μου φίλος, τη νύχτα έβρεχε και φυσούσε τόσο μανιασμένα, που τα shacks, δηλαδή οι παράγκες από λαμαρίνες στους καταυλισμούς –τους αποκαλούμενους squatter camps ή shantytowns,επίσημα ονομάζονται informal settlements–, ανασηκώνονταν και στροβιλίζονταν στον αέρα και την άλλη ημέρα όλοι αναρωτιόντουσαν τι σόι Χριστούγεννα θα γιορτάσουν φέτος! Άκου 18 βαθμοί! Τέτοιο κρύο δεν έχει κάνει ποτέ τα Χριστούγεννα! Christmas with 18-20 degrees is no real Christmas, δηλώνει με μια έκφραση σοβαρότητας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Να λοιπόν που συμφωνούμε και σε κάτι! Τουλάχιστον αυτός δεν μου ευχήθηκε, όπως η φυσιοθεραπεύτριά μου μερικές εβδομάδες αργότερα, λίγο πριν το ταξίδι των Χριστουγέννων στην Ελλάδα: Enjoy Greece! During Christmas time you drink a lot of sangria and dance flamenco, don’t you? Για να προκαταλάβω εσπευσμένες κρίσεις, θα ήθελα σ’ αυτό το σημείο να παρατηρήσω ότι πρόκειται περί κυρίας αγγλικής καταγωγής που τυγχάνει να διαθέτει τόσο ένα πανεπιστημιακό πτυχίο όσο και μια διάφανη λευκή επιδερμίδα. Πώς να το κάνουμε; Δεν το ’χουν όλοι με τη γεωγραφία!

Τα λόγια του συνομιλητή μου γεννούν μέσα μου συγκεχυμένα συναισθήματα. Θεωρώ εύλογο να ανησυχώ πολύ περισσότερο για τις παράγκες που ανασηκώθηκαν και στροβιλίζονταν στον αέρα παρά για τις χαμηλές θερμοκρασίες την περίοδο των Χριστουγέννων. Ίσως όμως είναι κι αυτό απλώς ζήτημα συνήθειας. Στο κάτω κάτω, είμαι μόλις τρεις εβδομάδες στη Νότια Αφρική. Μιλάει για τις παράγκες με τις ιπτάμενες σκεπές σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο κι εγώ προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή κάτω από τέτοιες αντίξοες συνθήκες, αλλά ομολογώ πως δεν τα καταφέρνω και τόσο καλά. Να ρωτήσω άραγε για τον τόπο διαμονής του; Ίσως μένει κι αυτός σε μια τέτοια παράγκα από λαμαρίνες. Είναι όμως η ερώτηση πολιτικά ορθή; Μήπως τον κάνω να αισθανθεί άβολα; Ή μήπως η απάντησή του κάνει εμένα να αισθανθώ άβολα; Ας πάρουμε την περίπτωση να ζει σε ένα township ή ακόμα χειρότερα σε ένα squatter camp. Μήπως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν γνωρίζει τις θερμοκρασίες που επικρατούν στο βόρειο ημισφαίριο τα Χριστούγεννα; Στις ευρωπαϊκές ειδήσεις, θυμάμαι, κάθε χρόνο αναμεταδίδονται εικόνες από την Αυστραλία με Αϊ-Βασίληδες που καταφθάνουν πάνω σε σανίδες του σερφ και μοιράζουν δώρα στους ελαφρά ντυμένους παραθεριστές. Δεν θα έπρεπε αντίστοιχα και σε τούτο τον τόπο να γνωρίζουν ότι κάτι παρόμοιο δεν είναι δυνατόν να γίνει στον Βορρά, εκτός και αν θέλει κάποιος σώνει και καλά να αποδημήσει εις Κύριον; Από την άλλη πάλι σκέφτομαι ότι το πρώτο που με ρωτούν οι κατά κανόνα «κοσμογυρισμένοι» Ευρωπαίοι φίλοι μου, όταν επικοινωνούμε μέσω skype, είναι γιατί φοράω Νοέμβρη μήνα κοντομάνικο μπλουζάκι.

Όλες αυτές τις σκέψεις όμως δεν μπορεί να τις μαντέψει ο συνοδηγός μου. Μήπως να του εξηγήσω πρώτα τη διαφορά μεταξύ βόρειου και νότιου ημισφαιρίου; Ή καλύτερα να του διηγηθώ την ιστορία της γέννησης στη Βηθλεέμ μαζί με τις σχετικές γεωγραφικές πληροφορίες; Ξαφνικά, λες και μου έρχεται η θεία φώτιση. Θυμάμαι πως ο Χριστός δεν είχε γεννηθεί στα χιόνια και στους πάγους αλλά σε εμφανώς μετριότερες θερμοκρασίες, παρόμοιες με αυτές της Νότιας Αφρικής. Αν και ήταν καταχείμωνο, και η Μαρία και ο Ιωσήφ προσπαθούσαν με σανό να ζεστάνουν το βρέφος στον πιο διάσημο στάβλο του κόσμου, έχοντας πολύτιμους αρωγούς το βόδι και τον γάιδαρο να φυσάνε προς τη μεριά του τα ζεστά τους χνώτα, εν τούτοις ήταν απίθανο στη Γαλιλαία της εποχής εκείνης να κάνει τόσο κρύο όσο στα βόρεια της Φινλανδίας. Κλιματική αλλαγή ή όχι, οι καιρικές συνθήκες στον τόπο καταγωγής των Χριστουγέννων μοιάζουν σίγουρα περισσότερο με αυτές της Νότιας Αφρικής παρά με τις αντίστοιχες στη Λαπωνία. Στην προσπάθειά μου να βάλω μια γεωγραφική και κλιματολογική τάξη στην ιστορία των Χριστουγέννων, η σκέψη μου πάει αναγκαστικά στα δώρα, που αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της. Το βλέμμα μου πέφτει στην εξωτερική εμφάνιση του νεαρού. Πολύ φοβάμαι ότι θα ήταν εντελώς ανάρμοστο να αναφερθώ στο πλήθος των δώρων που αλλάζουν χέρια την περίοδο των εορτών στην Ευρώπη ή ακόμα χειρότερα να ρωτήσω τι συνηθίζεται στην οικογένειά του σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Ο ίδιος πάντως έχει μείνει ακόμα στην κουβέντα με τις διαφορές θερμοκρασίας – και το ηχηρό του γέλιο με επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητα. Φτάσαμε.

Έπειτα από όλη αυτή τη σπαζοκεφαλιά σχετικά με τις γιορτές των Χριστουγέννων, μπαίνω στην αίθουσα υποδοχής του ξενοδοχείου κάπως φουριόζα, σέρνοντας μαζί μου τον νεαρό κάτω από το αμείλικτο βλέμμα της ρεσεψιονίστ. Αμέσως αντιλαμβάνομαι την πονηρή σκέψη της. Έτσι, του ψιθυρίζω ένα please, stay here και τρέχω σαν σφαίρα στο δωμάτιο, όπου βρίσκω το πορτοφόλι ακριβώς εκεί που δεν θα έπρεπε να είναι: επάνω στο τραπέζι. Επιστρέφοντας αρπάζω βιαστικά τον υποτιθέμενο ζιγκολό μου, ο οποίος εν τω μεταξύ έχει στρογγυλοκαθίσει στην μπερζέρα και χαζεύει από εκεί με τον δέοντα θαυμασμό τη διακόσμηση της αίθουσας υποδοχής.

Φτάνοντας στο βενζινάδικο παραδίδω τον νεαρό υπάλληλο και το χρηματικό ποσό που οφείλω και έτσι παύω αυτομάτως πια να καταζητούμαι για χρηματική απάτη με δόλο. Με φανερή ανακούφιση ετοιμάζομαι να αντιμετωπίσω νέες περιπέτειες, ενώ συλλαμβάνω στον καθρέφτη το βλέμμα του καινούριου μου φίλου να με ακολουθεί με νοσταλγία. Αγνοώ βέβαια πως αργότερα, κατά την αφήγηση αυτής της ιστορίας, αρκετοί λευκοί Νοτιοαφρικανοί θα γουρλώσουν τα μάτια με φρίκη και θα μου τα ψάλουν –καλοπροαίρετα βέβαια– που πήρα ένα τόσο μεγάλο ρίσκο να βάλω στο αυτοκίνητό μου έναν νεαρό μαύρο! Όπως θα έλεγαν και εκείνοι: Είναι θαύμα που είμαι ακόμα ζωντανή!

* Joburg, Jozi: Συντομογραφίες για το Johannesburg.

** Afrikaans: Γλώσσα που προέρχεται από τα ολλανδικά με ανάμειξη γερμανικών, γαλλικών και ασιατικών στοιχείων. Ομιλείται στη Νότια Αφρική και στη Ναμίμπια.

*** Μπούρικο: Eπίθετο του Μπόερ. Οι Μπόερς ήταν οι απόγονοι των πρώτων Ευρωπαίων γεωργών μεταναστών στη Νότια Αφρική που αργότερα δημιούργησαν τη γλώσσα Αφρικάανς.

https://l.facebook.com/l.php?u=https%3A%2F%2Fwww.pigi.gr%2Fproduct%2Fi-jacaranda-anthizei-panta-tin-anoiksi%2F%3Ffbclid%3DIwAR1nDEJrSUSe-G33V-XXBPkexxBcLh2XS5raUk2WOD2SWS5CQITHvL1gyJc&h=AT3MyYUl-zcqH7rETDndozA4wvhZQPNsJbnXGSV1y3_z6rnOTd3DBPHRyMLyetlSdmMplIxB81nXKDIhN5z_QOw3-VdvTwh5AOCRVCaJzW1TXnWfFgp78xqBAUClqMxbEGA8QKjCm-X3n-KIm1c

Απόφοιτη Ελληνογαλλικής Σχολής "Αγιος Ιωσήφ", Καθηγήτρια γαλλικών, πολύγλωσση και με διδακτική εμπειρία και εξιδείκευση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και δυσλεξία(ΕΚΠΑ), αρθρογράφος, πρόσκοπος, εθελόντρια.