Διάφορα

Ο μετανάστης μάγειρας! Β’ μέρος: Από το Λονδίνο στον Ελληνικό στρατό, o μάγειρας πατριώτης…

By  | 

επιμέλεια κειμένων Λία Τσεκούρα

Στην ταβέρνα έτρωγε όλος o καλός κόσμος του Λονδίνου, Λιβανέζοι φραγκάτοι, Σκανδιναβοί, Λονδρέζοι πολυταξιδεμένοι, Κύπριοι λόρδοι. Η κυρία Bond με συμπάθησε με την πρώτη κι όταν άκουσε ότι είμαι και από τον Πειραιά μου έσκασε ένα χαμόγελο…όλο πατρίδα!! “I know, Perama, Salamina”…Η κυρία Bond ήταν skinny, μια πενηντάχρονη Λονδρέζα, χήρα, πολυταξιδεμένη και γλυκύτατη.

Όμορφη δεν την έλεγες, ήταν και λίγο γερασμένη˙ θα έλεγες όμως ότι είναι «καλός άνθρωπος», μια κυρία πολιτισμένη και μορφωμένη. Δεν ξέρω αν ήταν ερωτευμένη μαζί μου, και που το λέω αμαρτία είναι, γιατί πάντα ήταν αξιοπρεπέστατη απέναντί μου˙ ξέρω σίγουρα όμως ότι με κοιτούσε κάπως και μού έδινε θάρρος…

Είχε δυο παιδιά, γύρω στα οκτώ χρόνια πιο μεγάλα από εμένα, που είχαν φύγει από κοντά της, είχαν σκορπίσει στον πλανήτη για να κάνουν τις καριέρες τους. Είχε έναν σύζυγο, ο οποίος είχε αποδημήσει λίγο καιρό νωρίτερα, 20 χρόνια μεγαλύτερό της, παλιό μόνιμο του Αγγλικού πολεμικού ναυτικού, τον οποίο κάποια στιγμή η Αγγλική κυβέρνηση (ποτέ δεν έμαθα το γιατί και το πώς) τον είχε διορίσει εμπορικό αντιπρόσωπο μιας εταιρείας ελαστικών για την Μέση Ανατολή.

Η κυρία Bond, ως σύζυγος, τον ακολουθούσε παντού, άλλοτε στον Λίβανο, άλλοτε στην Αθήνα, ενώ για μια δεκαετία έμειναν στην Αμερική. Κάποτε μάλιστα αγόρασαν κι ένα σπίτι σε ένα νησί των Κυκλάδων, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβαν να το χαρούν. Στα ρεπό μου η κυρία Bond με ξεναγούσε στο Λονδίνο, αφού και η Benta είχε πάντα ραντεβού με τις φίλες της!

Άλλωστε η Benta έμενε στο Tooting Bec, στην μάνα του ακατανόμαστου! Εκεί, στο Τooting Βec δεν έβλεπες τίποτα, μόνο σπίτια και supermarket, οπότε για να τη δω έπρεπε να έρθει εκείνη στο κέντρο. Έπρεπε δηλαδή πρώτα να πλακωθούμε και μετά να πάρει το Tube και να έρθει να βρεθούμε.

Από την άλλη μεριά, η κυρία Bond ήταν γεμάτη καλοσύνη, χωρίς καυγάδες και τσιρίδες και μου μάθαινε Αγγλικά μεταφράζοντάς μου τραγούδια. Μου εξηγούσε πώς σκέπτονται οι Λονδρέζοι, με πήγαινε στα μουσεία του Λονδίνου, μού έδειχνε έναν κόσμο που είχε αξίες και ήθος.

Αντίθετα, στην κυπριακή ταβέρνα και στο ξενοδοχείο ήμουν πάντοτε ο «λαθρομετανάστης», ο «κύριος άξεστος». Από κοντά σε αυτό και η Benta, με διόρθωνε στα αγγλικά μου, στις αντωνυμίες, στις καταλήξεις στον Past Continuous…

«Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος» έλεγα όταν έκλεινα το τηλέφωνο με την Benta και «το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό», τραγουδούσα όταν σφουγγάριζα τις τουαλέτες του ξενοδοχείου. «Στράτος Διονυσίου, ή Στέλιος Καζαντζίδης είναι τελικά η ζωή», σκεπτόμουν με τα εικοσάρικα μυαλά μου˙ αδιέξοδα, νύχτα και ουσίες, ή τίμιο μεροκάματο, εκμετάλλευση και νοσταλγία για άλλες στιγμές και άλλες πατρίδες.

Οι Άγγλοι, εκτός ότι οδηγούν από δεξιά, τα μετράνε όλα σε ίντσες, και τον χρόνο σε εβδομάδες. Με βόλευε αφάνταστα το μέτρημα του χωροχρόνου τους! Τόσο στο ξενοδοχείο όσο και στην ταβέρνα με πλήρωναν κάθε δύο εβδομάδες. Έτσι, κάθε εβδομάδα που πληρωνόμουν, πλήρωνα το νοίκι μου και τηλεφωνούσα στην Ελλάδα. Ό,τι περίσσευε το έκανα μπύρες.

Κι αυτό, γιατί, βεβαίως-βεβαίως, και παραδόξως, είτε από εκδίκηση, είτε από βλαχιά δεν άλλαζα τις «γκαγκουριές» μου ούτε ίντσα! Καταβρόχθιζα στη βάρδια μου ό,τι έβρισκα στην ταβέρνα, ή στο ξενοδοχείο και δεν ξόδευα ούτε ένα penny για φαγητό. Κάθε βδομάδα ήμουν ρέστος και ταπί…

Έτσι, πέρασαν τέσσερις μήνες…Με τη Benta είχαμε κάνει στέκι ένα μπαρ, κάπου στο Holborn. Στο μπαρ αυτό, ένας τζαμαϊκανός τραγουδιστής έπαιζε με την συνοδεία ενός συνθεσάιζερ ό,τι του ζητούσαμε, από το Βuffalo Soldier του Bob, μέχρι τον εθνικό ύμνο της Νορβηγίας. Η Benta ήταν καλό ποτήρι, Σκανδιναβικό, άλλο ένα από τα καλά της˙ οπότε μου έμαθε να πίνω «σκανδιναβικά». Ερχόταν στο διαμέρισμα με μπουκάλια γεμάτα βότκα, τα αδειάζαμε και μετά βγαίναμε για ποτό. Στα μέρη της ήταν ακριβό το ποτό και γνώριζε το κόλπο. Γινόμασταν ντίρλα και χάναμε τα λόγια μας.

Ζούσα δύο ζωές, παράλληλες. Κοντά στα Χριστούγεννα, η κυρία Bond μου πρότεινε να πάω να βοηθήσω εθελοντικά σε ένα γεύμα που έκανε ο δήμος στο South Kensington. Η κυρία Bond θα βοηθούσε στο σέρβις και εγώ, αν ήθελα, στην κουζίνα. Κανόνισα το ρεπό μου έτσι ώστε να είμαι διαθέσιμος εκείνη την ημέρα και πήγαμε με το μετρό στην αίθουσα που είχε διοργανωθεί το γεύμα.

Η κυρία Bond με σύστησε στον νεαρό chef της εκδήλωσης και αποσύρθηκε στην σάλα. Ο νεαρός chef, με το που έφυγε η κυρία Bond με ρώτησε κάτι κι όταν άκουσε τα αγγλικά μου, έδειξε ότι ενοχλήθηκε. Μου έδωσε να κάνω τις αγγαρείες της κουζίνας και μετά με ξέχασε. Πίσω από τους πάγκους της κουζίνας τον έβλεπα που μαγείρευε. Έκανε καραγκιοζιλίκια, πέταγε το αλάτι στην κατσαρόλα σαν να έπαιζε αλευροπόλεμο, έπαιρνε τις μυρωδιές του φαγητού πάνω από την κατσαρόλα με κινήσεις κομμωτή, έκοβε το βούτυρο με τη μεγάλη μαχαίρα της κουζίνας, στεκόταν με ανοιχτά τα πόδια «προσοχή» μπροστά στην κατσαρόλα, κράταγε την ποδιά του καθαρή και αλέκιαστη.

Έξω στη σάλα τα παπούδια είχαν πιάσει τον χορό, “Maybe it is because I am a Londoner, I love London so much” τραγουδούσαν με τα μασελίνια τους. Το γεύμα τελείωσε με τον chef να δέχεται από όλους τα συγχαρητήρια, ενώ σε μένα είπε ένα τυπικό «ευχαριστώ» τη στιγμή που τον έβλεπε η κυρία Bond. Η εμπειρία που μου άφησε εκείνο το γεύμα ήταν ένα σημείο προβληματισμού. Μέχρι τότε δεν είχα νιώσει τον αγγλικό ρατσισμό, έναν ρατσισμό που με «έκοβε» από την προφορά μου.

Στην ταβέρνα, όπως ανέφερα, έτρωγα πόνο, ρατσιστικό πόνο, και νόμιζα ότι ο χειρότερος ρατσισμός είναι αυτός του μετανάστη απέναντι στον μετανάστη, ο “first generation immigrant with second generation immigrant”.

Τους Έλληνες οι Κύπριοι τους λένε «καλαμαράδες», με ειρωνεία, ενώ οι Έλληνες, τους λένε «βλάχους» και «Τζύμπριους». Οι Κύπριοι, στους Άγγλους λένε ότι είναι Έλληνες και αφήνουν να εννοηθεί ότι πρωτεύουσα της Κύπρου είναι η Αθήνα και, επιδειχτικά, όποτε βρίσκουν ευκαιρία, τους μιλάνε ελληνικά. Αντιθέτως, στους Έλληνες δηλώνουν «Βρετανοί υπήκοοι» και μιλούν Αγγλικά με Λονδρέζικη προφορά. Σπάνια θα τους ακούσεις μπροστά σου να μιλάνε Ελληνικά…Όλα αυτά με έκαναν να μην τους έχω σε εκτίμηση και έτσι γλύκαινε κάπως ο πόνος του ρατσισμού τους˙ με τον Άγγλο chef όμως…γιατί;

Στο ξενοδοχείο τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Διευθυντής, ήταν ένας σαραντάρης από τη Νέα Σμύρνη, ήταν πατριωτάκι και γενικά, με προστάτευε. Με πλήρωνε κανονικά και με το παραπάνω, μου μιλούσε χαμηλόφωνα ελληνικά, χωρίς αγγλικά και μου έδειχνε συμπάθεια. Βέβαια, και εκεί, ήμουν πάντα ο «Έλληνας», ή το «παρεάκι» του Έλληνα που τους είχε ανεβεί στον σβέρκο και κάπως έτσι το δικαιολογούσα. Αυτό όμως με τον Άγγλο chef ήταν χτύπημα κάτω από τη μέση. Να με έχει συστήσει η κυρία Bond και επειδή τα αγγλικά μου δεν ήταν τέλεια να πάρω πόρτα!

Μετά τις γιορτές, λίγο πριν το Valentine’s day η Benta μού έκανε δηλώσεις, για να μάθω αυτά που δεν ήξερα! Μου είπε ότι η σπιτονοικοκυρά της τη ρώτησε τι κάνω στο Λονδίνο και αν έχω άδεια εργασίας, ότι δεν της άρεσε που δούλευα στην κυπριακή ταβέρνα και δεν ήθελε να με γνωρίσει στις φίλες της γιατί το χιούμορ μου δεν ήταν “rich”, ότι είναι μαζί μου μόνο για το κρεβάτι, ότι η δουλειά που κάνω δεν είναι «καθαρή δουλειά» και άλλα τέτοια πολλά.

Τα περισσότερα από αυτά που μου είπε δεν τα κατάλαβα και άργησα να αντιληφθώ τι μου έλεγε. Τα αγγλικά μου είχαν βελτιωθεί αλλά όχι τόσο ώστε να μπορέσω να ανταπεξέλθω σε έναν καβγά. Έτσι, της είπα κι εγώ ό,τι μου κατέβηκε! Τα περισσότερα δεν τα θυμάμαι, αλλά το μόνο που θυμάμαι είναι πώς της είπα ότι έχει “banana brain”! H Benta έμεινε “speechless” με τον χαρακτηρισμό μου. Μετά τον καβγά πήγαμε στο αγαπημένο μας μπαράκι κι ήπιαμε δύο – τρεις μπύρες στο βουβό. Μετά ξεκινήσαμε να μπερδεύουμε τη μπίρα με Jack Daniel’s και την άλλη μέρα ήταν σαν να μην είπαμε ποτέ τίποτα.

Γύριζα στο Λονδίνο με μια απορία˙ πώς γινόταν η κυρία Bond που μου έριχνε τριάντα χρόνια και δεν είχαμε κοιμηθεί ποτέ μαζί, να είναι τόσο καλή μαζί μου ενώ η συνομήλικη Benta, που όπως έλεγε η ίδια ήταν μαζί μου για το κρεβάτι, να τα βρίσκει όλα επάνω μου τόσο χάλια! Στο τούνελ των σκέψεών μου επικρατούσε πάντα η απαξιωτική ματιά του νεαρού chef της εθελοντικής εκδήλωσης.

Έμεινα έτσι, όπως ήμουν, στο Λονδίνο για άλλους δύο μήνες˙ έφτιαχνα ομελέτες και αυγά μάτια μέσα στη φυσούνα του εξαερισμού στην κουζίνα του ξενοδοχείου, έψηνα σεφταλιές στην κυπριακή ταβέρνα, μπλεντάριζα τα ρεβίθια για το χούμους· μάζευα τασάκια, πήγαινα νερό στα τραπέζια, σφουγγάριζα και γυάλιζα καθρέπτες στο σαλόνι του μπαρ. Το άλυτο πρόβλημά μου έψαχνε λύση. Διονύσιου, ή Καζαντζίδης!

Στα μέσα του Μάρτη έφτασε ταχυδρομικώς η απάντηση στο πρόβλημά μου! Στο πατρικό μου σπίτι στην Ελλάδα, ήρθε το χαρτί της στρατολογίας. Στο εβδομαδιαίο τηλέφωνο με τη μάνα μου, άκουσα τα μαντάτα. Έπρεπε να αποφασίσω˙ ή για πάντα ανυπότακτος οικονομικός μετανάστης, ή μάγειρας πατριώτης στην Ελλάδα. Από τη σκέψη μου πέρασε ο ρεμάλης που με ξενάγησε στο Λονδίνο κι όταν είδα πάνω του τον εαυτό μου, μού κόπηκε το αίμα.

Τα αγγλικά όσο καλά κι αν τα μάθαινα, πάντα κάτι θα μου ξέφευγε και θα ήμουν ο «βλάχος», ο «μετανάστης». Στην καλύτερη περίπτωση, μόλις θα με σχόλαγε η Benta, θα παντρευόμουν καμιά Εγγλέζα για να πάρω το citizenship και να μη γυρίσω στην Ελλάδα. Και σε κανέναν καυγά, είτε εγώ θα της κοπανούσα ότι την παντρεύτηκα για τη visa, είτε εκείνη ότι με παντρεύτηκε για το κρεβάτι. Έβλεπα τον εαυτό μου, πνιγμένο στο «complex κατωτερότητας», λόγω “dignity”, να ανοίγω κανένα ταβερνάκι και να μαζεύω από τους Άγγλους το ”Hello to you”.

Αποφάσισα το δεύτερο, μάγειρας πατριώτης στην Ελλάδα. Και έτσι ξερά, χωρίς συναισθηματισμούς το είπα και στην Benta, τον έρωτα της μετεφηβείας μου˙ το ίδιο ξερά το δέχτηκε και η Benta, “Ok, you know”, μου είπε. Η Κύπρια αφεντικίνα μου στράβωσε λίγο. Έκανε έναν μορφασμό, σαν να είχε πάθει εγκεφαλικό και μου είπε μονόπαντα, «Now? Μόλις έμαθες τις δουλειές φεύγεις; Καλαμαράδες…».

Το πατριωτάκι στο ξενοδοχείο δεν ενοχλήθηκε ιδιαίτερα, μάλιστα, την ημέρα που με εξόφλησε, μου έδωσε και δύο συμβουλές, που πραγματικά μου ήταν χρήσιμες, «άμα τελικά, όπως λες, πας στον στρατό, να μην δηλώσεις μάγειρας» μου είπε. «Και άμα με το καλό φτάσεις στην Ελλάδα, να μην μου στείλεις φίλους για δουλειά, γιατί δεν θα τους φυγαδέψω». Έτσι και έγινε…

Έκλεισα ένα φτηνό εισιτήριο με μια γιουγκοσλάβικη αεροπορική εταιρία που έκανε τέσσερις στάσεις Λονδίνο – Ελλάδα, με ό,τι χρήματα είχα αγόρασα κάτι χαζοδώρα για τους δικούς μου και με ό,τι απέμεινε έκανα ένα τελευταίο μεθύσι με τη Benta.

Σε μια από τις στάσεις στην Γιουγκοσλαβία, ένας Γιουγκοσλάβος τελωνειακός μας έβαλε τις φωνές χωρίς λόγο, «ή πληρώνετε visa, ή δεν επιβιβάζεστε στο αεροπλάνο», «ποια visa;» ρωτήσαμε, «οr viza, or passport», κι όλοι καταλάβαμε ότι ο τελωνειακός μάς είχε πάρει τα διαβατήρια στο «check in». Εγώ δεν είχα μια και την έπεσα σε ένα πατριωτάκι που καθόταν δίπλα μου, «πατριώτη», του είπα, «επιστρέφω για να πάω φαντάρος και δεν έχω μια, αν μπορείς πλήρωσε και την δική μου visa γιατί δεν έχω να τους τα δώσω.

Αν με περιμένουν οι γονείς μου στο αεροδρόμιο θα σου τα δώσω». Ο πατριώτης ήταν μια χαρά ξηγημένος, πλήρωσε αμίλητος την υποτιθέμενη visa στους Γιουγκοσλάβους και έτσι επιβιβαστήκαμε για Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο με περίμενε όλη η οικογένεια μου με πλακάτ και με γέλια και ας ήμουν απολωλός! Εγώ έκανα ότι δεν τον είδα τον πατριώτη γιατί ντρεπόμουν να μάθουν στο σπίτι ότι γύρισα ρέστος.

Τέλος, στον στρατό, όταν παρουσιάστηκα μετά το ταξίδι δήλωσα: «τίποτα». «Τι πάει να πει τίποτα;» με ρώτησε ο φαντάρος στο γκισέ που δηλώναμε ιδιότητες. «Τίποτα, τελείωσα το γυμνάσιο και περίμενα να πάω φαντάρος» του είπα. Και είναι αλήθεια. Όταν γνώρισα τα μαγειρεία στο κέντρο εκπαίδευσης και είδα τη βρώμα και τη βλακεία που επικρατούσε εκεί μέσα, κοίταξα ψηλά στον ουρανό και έστειλα ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον πατριώτη που με απέτρεψε να δηλώσω μάγειρας.

Επίλογος…

Το 2000 επισκέφτηκα ξανά το Λονδίνο και με φιλοξένησε η κυρία Bond στον καναπέ του σπιτιού της στο South Kensington. Τελικά (εκ του αποτελέσματος) η κυρία Bond δεν έτρεφε κανένα λανθάνοντα ερωτισμό για μένα, απλά ήταν καλός άνθρωπος και ήθελε να με βοηθήσει.

Το Λονδίνο στο millennium ζούσε αυτό που ζούμε σήμερα στην Αθήνα. Στην τηλεόραση έπαιζαν συνέχεια εκπομπές μαγειρικής, η αγορά έλεγε πως σέρνεται, αλλά όλα τα μαγαζιά είχαν κόσμο και ο Λονδρέζος είχε μάθει να ζει με τα σκοτωμένα αγγλικά και τους οικονομικούς μετανάστες.

Η κυπριακή ταβέρνα ήταν έτσι ακριβώς όπως την άφησα˙ χωρίς τη μαμά Κύπρια αλλά η ταβέρνα ιδία, χωρίς ανακαίνιση. Το ξενοδοχείο με το πατριωτάκι είχε αλλάξει διεύθυνση και όπου ρώτησα για τον Έλληνα μάνατζερ δεν τον θυμόταν κανείς.

Η Benta, όπως έμαθα μέσω κάποιου κοινού γνωστού, παντρεύτηκε έναν Σουηδό που είχε ένα τουριστικό γραφείο στην Μαγιόρκα και χάσαμε κάθε επαφή.

Κυπριακές σεφταλιές, από την κυπριακή ταβέρνα!

Η σεφταλιά είναι μπιφτέκι τυλιγμένο με αρνίσια μπόλια. Παίρνουμε λοιπόν κιμά, μισό αρνίσιο, μισό μοσχαρίσιο, αλάτι, πιπέρι, σκόρδο, ψωμί μουσκεμένο, στραγγισμένο, κρεμμύδι τριμμένο στον τριφτή και αν θέλουμε και λίγο δυόσμο. Ζυμώνουμε το μίγμα και πλάθουμε μικρά μπαλάκια.

Σε ζεστό νερό βάζουμε τις μπόλιες να απλώσουν και μόλις είναι έτοιμες τυλίγουμε τα μπιφτέκια και μετά τα ψήνουμε. Οι σεφταλιές βγάζουν πολλή τσίκνα, μα παρά πολλή! Καλό είναι να τις ψήσουμε σε υπαίθρια ψησταριά αν και στον φούρνο του σπιτιού νομίζω ότι γίνονται καλύτερες και δεν βγάζουν και τόση τσίκνα, αρκεί κάτω από την σχάρα του φούρνου να βάλουμε ένα ταψί με νερό για να πέφτουν τα λίπη˙ έτσι θα μειώσουμε την κάπνα και δεν θα τρίβουμε τον φούρνο μετά το γεύμα.

H συνταγή από τον Άγγλο chef!

Το φαγητό της μαζικής εστίασης, δηλαδή μαγείρεμα σε μεγάλες ποσότητες, είναι μια κατηγορία από μόνο του. Οι θερμοκρασίες μέσα στην κατσαρόλα αλλάζουν τη συμπεριφορά των υλικών και μπορεί ένα φαγητό εύκολα να σε προδώσει. Το ρύζι π.χ. μετά το 1,5 κιλό είναι επιστήμη να το κάνεις να μην σου λασπώσει. Θέλει εμπειρία, επαγγελματικό εξοπλισμό, μεθοδικές και γρήγορες κινήσεις και δεν το αφήνεις για να ψάχνεις τελευταία στιγμή για τα σκεύη που θα χρησιμοποιήσεις.

Ρύζι βραστό.

Ποσότητα: 6 κιλά ρύζι bonnet, (μετά τα 6 κιλά εύκολα μπορεί να το χάσεις) και μια μεγάλη κατσαρόλα που να χωράει τουλάχιστον 15 κιλά νερό (χωρίς το ρύζι). Αφήνουμε να βράσει καλά το νερό, θέλει τον χρόνο του, προσθέτουμε 6-7 φύλλα δάφνης, μισό ποτήρι ελαιόλαδο και 5-6 αντρικές χούφτες αλάτι και ανακατεύουμε (με μικρό κουπί)!

Ρίχνουμε το ρύζι και ανακατεύουμε, ξύνοντας με το μικρό κουπί τον πάτο να μην πιάσει το ρύζι. Σε λιγότερο από 10 λεπτά είναι έτοιμο και απλώνουμε λίγο ρύζι στην παλάμη μας για να δούμε εάν κολλάει. Κανονικά δεν πρέπει ούτε να κολλάει, ούτε να λασπώνει στην παλάμη, αλλιώς το δαγκώνουμε και πρέπει να κρατάει λίγο, ελάχιστα. Το σουρώνουμε και κρατάμε λίγο από το βρασμένο νερό, περίπου 4 ποτήρια, απλώνουμε το σουρωμένο ρύζι σε μεγάλο ταψί, δημιουργώντας ένα βουναλάκι.

Σε μια κανάτα βάζουμε τα 4 ποτήρια του νερού (που κρατήσαμε), ½ ποτήρι ελαιόλαδο και μια χούφτα αλάτι. Ανακατεύουμε καλά. Ρίχνουμε το νερόλαδο στο βουναλάκι με μια σουρωτή κουτάλα (κάτω από την ροή της κανάτας) δημιουργώντας μια ψευτοβροχή. Απλώνουμε το ρύζι στο ταψί και το σκεπάζουμε με μαγειρική μεμβράνη. Το αφήνουμε για κάνα 10λεπτο, το δοκιμάζουμε εάν έχει φουσκώσει και το ξεσκεπάζουμε.

Δεν το αγγίζουμε μέχρι να κρυώσει καλά (γιατί θα σπάσει). Όταν κρυώσει (δηλαδή μπαίνει το χέρι στο ρύζι χωρίς να ζεσταίνει ενοχλητικά), με απαλές κινήσεις το ανακατεύουμε και σπάμε τα ζορμπαλίκια που μπορεί να έχουν γίνει. Το αφήνουμε να ξεκουραστεί. Βασικά το ρύζι δεν το ξαναζεσταίνουμε, απλά, το διατηρούμε σε κανονική θερμοκρασία.

Όλα αυτά παλιά…γιατί σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Φούρνοι με ατμό κάνουν στο ρύζι θαύματα, το βράζουν και το ξαναζεσταίνουν χωρίς να λασπώνει. Μόνο που δεν στο σερβίρουν στο πιάτο…

Τέλος β΄μέρους…

(Και μετά τα Λονδίνα…ραντεβού στη Μύκονο)

https://www.facebook.com/mdamianos Μιχάλης Δαμιανός

Απόφοιτη Ελληνογαλλικής Σχολής "Αγιος Ιωσήφ", Καθηγήτρια γαλλικών, πολύγλωσση και με διδακτική εμπειρία και εξιδείκευση στην εκμάθηση ξένων γλωσσών στα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και δυσλεξία(ΕΚΠΑ), αρθρογράφος, πρόσκοπος, εθελόντρια.